![]() |
DIS4ME | DIS4ME
βασική σελίδα
| DESERTLINKS βασική
σελίδα | ©
DESERTLINKS 2004 English-EN | Español-ES | Italiano-I | Ελληνικά-GR | Portuguese-PT |
| Σύστημα Δεικτών Ερημοποίησης για την Μεσογειακή Ευρώπη | ||
|
Ακατάλληλες πρακτικές
για ξηρικ'ες καλλιέργειες
σε οριακά παραγωγικά
εδάφη g Περιγραφή των αιτιών που οδηγούν σε ακατάλληλες πρακτικές για ξηρικές καλιέργειες και γιατί οι αιτίες αυτές είναι ένα ζήτημα στα πλαίσια της ερημοποίησης Author: Jorge García Gómez <jorgegg@um.es> Στη μεσογειακή Ευρώπη, οι ξηρικές καλλιέργειες περιορίζονται όλο και περισσότερο στα οριακά εδάφη. Αντίθετα, οι αρδευόμενες καλλιέργειες χρησιμοποιούν τα παραγωγικότερα εδάφη στις κατώτερες πεδινές περιοχές όπου υπάρχει διαθέσιμο νερό (εκτός από τις περιπτώσεις της αύξησης των ποτιστικών εδαφών σε περιοχές που παραδοσιακά καλλιεργούνται ξηρικές καλλιέργειες, κάτι το οποίο είναι περιορισμένο). Οι πρακτικές στις ξηρικές καλλιέργειες είναι ιδιαίτερα σημαντικές, επειδή οι περιοχές που χρησιμοποιούνται για αυτό το είδος γεωργίας είναι εξαιρετικά ευαίσθητες στους τρόπους διαχείρισης των εδαφών που χρησιμοποιούν οι αγρότες. Οι διαδικασίες διάβρωσης και υποβάθμισης είναι πιο γρήγορες όταν εφαρμόζονται ακατάλληλες πρακτικές για ξηρικές καλλιέργειες, οδηγώντας σε ερημοποίηση. Οι κλιματικές συνθήκες, ειδικά στις μεσογειακές περιοχές με τις ακανόνιστες βροχοπτώσεις και τις υψηλές θερινές θερμοκρασίες, είναι από τους σημαντικότερους καθοριστικούς παράγοντες που έχουν επιπτώσεις στη γεωργία. Όσον αφορά τις ξηρικές καλλιέργειες, οι παράγοντες αυτοί γίνονται πιο σημαντικοί, επειδή πολλές καλλιεργητικές πρακτικές έχουν ως στόχο να προετοιμάσουν το έδαφος για τις βροχοπτώσεις έτσι ώστε αυτό να αποθηκεύσει όσο το δυνατόν περισσότερο νερό. Τα χαρακτηριστικά των εδαφών προέρχονται από το αρχικό μητρικό υλικό και η ανάπτυξή τους οφείλεται σε πολλούς διαφορετικούς παράγοντες συμπεριλαμβανομένων των κλιματολογικών συνθηκών, των πυρκαγιών, των χρήσεων του εδάφους, και των γεωργικών πρακτικών. Η απώλεια της λεπτής επιφανειακής στρώσης του γόνιμου εδάφους κάνει τις διαδικασίες υποβάθμισης να εξελιχθούν συντομότερα.
Οι λόγοι που οδηγούν στις ακατάλληλες πρακτικές σχετίζονται πολύ με τις κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές στις αγροτικές περιοχές. Οι χαμηλές τιμές των προϊόντων από ξηρικές καλλιέργειες και ο ανταγωνισμός από άλλες χώρες καθιστούν δύσκολη την διατήρηση ενός ικανοποιητικού αγροτικού εισοδήματος. Αυτό έχει ως συνέπεια, οι αγρότες να υιοθετούν διαφορετικές μεθόδους καλλιέργειας προκειμένου να επωφεληθούν από κρατικές επιχορηγήσεις ή στρέφονται σε πιο κερδοφόρες καλλιέργειες, ακόμα κι αν οι εδαφικές συνθήκες δεν είναι κατάλληλες. Επίσης οι αγρότες μπορεί να αποφασίσουν να καλλιεργήσουν σε δασικές εκτάσεις ή σε επιφάνειες με μεγάλη κλίση, ή απλά να εγκαταλείψουν τη γεωργία. Η διαδικασία αυτή ευνοείται και από τον κατακερματισμό της αγροτικής γης: ενώ χρειάζεται μεγαλύτερη έκταση για μια οικογένεια για να έχει ικανοποιητικό εισόδημα, τα αγροτεμάχια γίνονται συνεχώς μικρότερα λόγω της μεταβίβασης γης από τους γονείς στα παιδιά, ή λόγω πώλησης τμήματος της καλλιεργήσιμης έκτασης. Αυτό οδηγεί τους αγρότες να εξασκούν την γεωργία ως δεύτερο επάγγελμα ή μόνο τα Σαββατοκύριακα, με αποτέλεσμα αφενός να ενδιαφέρονται λιγότερο και αφετέρου οι καλλιεργητικές πρακτικές που εφαρμόζουν να μην είναι οι βέλτιστες για την αειφορική διαχείριση των εδαφικών πόρων. Είναι επίσης απαραίτητο να αναφερθεί ο ρόλος που διαδραματίζει η εντατική βόσκηση. Σε μερικές περιοχές (όπως η Guadalentín) η εκτροφή ζώων έχει στραφεί σχεδόν αποκλειστικά στην αναπαραγωγή χοίρων (ή άλλων ζώων) σε εντατικά συστήματα εκτροφής, όπως στάβλοι. Σε άλλες όμως περιοχές η εντατική βόσκηση ασκεί μεγάλη πίεση στους βοσκότοπους, οδηγώντας σε προβλήματα υποβάθμισης με την απομάκρυνση της φυτοκάλυψης.
Για να καταλάβουμε πλήρως αυτό το θέμα είναι επίσης απαραίτητο να θεωρήσουμε την έλλειψη πληροφόρησης σχετικά με τις καλύτερες γεωργικές πρακτικές. Από πολλούς πολιτικούς το πρόβλημα της διάβρωσης και της ερημοποίησης δεν θεωρείται ως πρόβλημα με προτεραιότητα και έτσι δεν καταβάλλεται αρκετή προσπάθεια για να βελτιωθεί το επίπεδο γνώσης της κοινωνίας για τα ζητήματα αυτά. Αν και υπάρχει σαφής γνώση των συνεπειών του προβλήματος, η γνώση τόσο για τους λόγους που οδήγησαν στο πρόβλημα όσο και για τις παραμέτρους που το αποτελούν παραμένει ελλιπής. Εάν η αντίληψη για το πρόβλημα δεν είναι πολύ ακριβής, οι ενέργειες που λαμβάνονται δεν μπορούν να είναι επαρκείς. Στις ευαίσθητες αυτές περιοχές, η εφαρμογή μη ολοκληρωμένων μέτρων για την πρόληψη της υποβάθμισης στη γεωργική διαχείριση του εδάφους μπορούν να θεωρηθούν ως ακατάλληλη πρακτική. Γιατί είναι ένα ζήτημα; Ακατάλληλες καλλιεργητικές πρακτικές οδηγούν στην υποβάθμιση εδάφους και βλάστησης. Αυτή η υποβάθμιση επιφέρει μια αλλαγή στα έσοδα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, που επιταχύνεται από το γεγονός ότι σε μερικές περιοχές οι ξηρικές καλλιέργειες γίνονται όλο και λιγότερο κερδοφόρες, κάτι που μπορεί να οδηγήσει στην εγκατάλειψη της γης. Όταν οι εκτάσεις των ξηρικών καλλιεργειών εγκαταλείπονται τείνουν να μην επανέλθουν στις προηγούμενες συνθήκες, αλλά υπόκεινται στις γρήγορες διαδικασίες της διάβρωσης και της υποβάθμισης g
Παραδείγματα ακατάλληλων καλλιεργητικών πρακτικών σε μεσογειακές περιοχές g
Κατώτερη περιοχή του Alentejo, Πορτογαλία Αν και τα εδάφη του δήμου Mértola εμφανίζουν χαμηλό γεωργικό δυναμικό, η συνεχής χρήση τους για γεωργικούς σκοπούς είναι μακροχρόνια και με σημαντική χωρική επίδραση. Μελέτες για την αλλαγή χρήσεων γης (Roxo 1994, Casimiro 2002), έδειξαν ότι σε ορισμένες περιόδους του δέκατου ένατου και του εικοστού αιώνα η εκτροφή βοοειδών και η καλλιέργεια σιτηρών ήταν οι κύριες δραστηριότητες, με εναλλασσόμενη σπουδαιότητα, όπως για παράδειγμα με την επικράτηση της παραγωγής σιτηρών κατά τη διάρκεια των φάσεων εκστρατείας του Estado Novo υπέρ της καλλιέργειας σίτου. Ο λόγος για τον οποίο αυτές οι δύο δραστηριότητες και οι σχετικές τεχνικές περιγράφονται, είναι ότι ακόμη και τώρα η γεωργική παραγωγή είναι βασισμένη στην καλλιέργεια σιτηρών και στην εκτατική κτηνοτροφία. Καλλιέργεια σιτηρών . Η καλλιέργεια των σιτηρών (σίτος και βρώμη) απαιτεί την προετοιμασία του εδάφους, η οποία πραγματοποιείται από το Σεπτέμβριο και όταν εμφανίζονται οι πρώτες βροχές και επιτρέπεται η διέλευση των γεωργικών μηχανημάτων. Οι υψηλές θερμοκρασίες των θερινών μηνών και η απουσία βροχοπτώσεων είναι υπεύθυνες για την πολύ συνεκτική επιφάνεια του εδάφους, κάτι που εμποδίζει τη σπορά εάν το έδαφος δεν έχει προετοιμαστεί κατάλληλα. Η αρχική φάση οργώματος μπορεί να πραγματοποιηθεί το Σεπτέμβριο, αλλά και κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου ή του Νοεμβρίου, ανάλογα με τα κλιματικές συνθήκες του έτους. Χρησιμοποιείται τρακτέρ, συνήθως με δισκοσβάρνα, και η κατεύθυνση της καλλιέργειας ακολουθεί τις ισοϋψείς. Κανονικά η σπορά πραγματοποιείται από τη δεύτερη εβδομάδα του Νοεμβρίου και μετά, με τη βοήθεια ενός μηχανικού σπορέα και κυλίνδρου για να καλύψει τους σπόρους. Η απευθείας σπορά δεν εφαρμόζεται. Χρησιμοποιούνται περίπου 150 κιλά ανά εκτάριο σπόρου. Συγχρόνως, εφαρμόζονται λιπάσματα αζώτου, φωσφόρου και ασβεστίου, σε ποσότητες περίπου 150 κιλά στο εκτάριο. Τον Ιανουάριο εφαρμόζεται επιπλέον άζωτο, σε ποσότητα 120 κιλά στο εκτάριο. Η συγκομιδή πραγματοποιείται από την τρίτη εβδομάδα του Ιουνίου και μετά, αλλά μπορεί να πραγματοποιηθεί νωρίτερα εάν οι σπάδικες των σιτηρών είναι ξηρές. Οι βροχοπτώσεις σταματούν από τα τέλη Μαΐου μέχρι τις αρχές Ιουνίου. Τα πλέον καλλιεργούμενα είδη σιτηρών είναι το σκληρό και μαλακό σιτάρι. Μια καλή συγκομιδή είναι κατά μέσο όρο 2000 κιλά στο εκτάριο, ενώ μια κακή λιγότερο από 1000 κιλά στο εκτάριο. Το επόμενο έτος, τα εδάφη παραμένουν σε αγρανάπαυση ή καλλιεργούνται με κτηνοτροφικά φυτά για βόσκηση.
Το όργωμα του εδάφους πραγματοποιείται κατά μήκος των ισοϋψών και τα αναπτυσσόμενα φυτά, όπως ο σίτος και η βρώμη, δεν παρέχουν καλή προστασία του εδάφους από το Νοέμβριο μέχρι τον Μάρτιο, όταν εκδηλώνονται βροχοπτώσεις μεγάλης έντασης. Αυτοί οι παράγοντες συμβάλλουν στη σημαντική υδατική διάβρωση του εδάφους. Τα στοιχεία που συλλέγονται στο πειραματικό κέντρο Vale Formoso, που βρίσκεται στο δήμο Mértola, δείχνουν απώλειες εδάφους με ρυθμό μεγαλύτερο από 2 τόνους το εκτάριο και το έτος όταν τα εδάφη καλλιεργούνται με σιτάρι. Εκτροφή βοοειδών. Συνεπεία των χαρακτηριστικών εδάφους και κλίματος, για την εκτροφή βοοειδών χρησιμοποιούνται φυσικοί και καλλιεργούμενοι βοσκότοποι, καθώς επίσης και ψυχανθή για τη θερινή σίτιση. Εν τούτοις, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η βάση της σίτισης βοοειδών είναι ακόμα οι φυσικοί βοσκότοποι, και το άχυρο των σιτηρών . Η μεταβλητότητα του κλίματος και τα κίνητρα για την εκτροφή βοοειδών έχουν συμβάλει στην αύξηση των καλλιεργούμενων βοσκοτόπων και της καλλιέργειας ψυχανθών (συνηθέστερα λούπινο). Αυτές οι δύο πρακτικές περιγράφονται παρακάτω.
Η βλάστηση στο βοσκότοπο αρχίζει να αυξάνεται με τις επόμενες βροχοπτώσεις, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τα βοοειδή μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου. Κατά τη διάρκεια της άνοιξης ο βοσκότοπος δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί, προκειμένου να επιτραπεί η φυσική διαδικασία αναπαραγωγής των φυτών. Με σωστή διαχείριση ένας βοσκότοπος με τριφύλλι μπορεί να διατηρηθεί για επτά έτη. Απαιτεί μόνο μια ετήσια λίπανση περίπου 100 κιλά στο εκτάριο, κατά την διάρκεια των πρώτων βροχών του Οκτωβρίου. Σε ένα τμήμα του βοσκότοπου μπορεί να εφαρμόζεται πρόγραμμα αμειψισποράς με βρώμη, ψυχανθή ή σίτο. Λόγω των κλιματικών και εδαφικών χαρακτηριστικών, ο κατάλληλος αριθμός ζώων ανά εκτάριο πρέπει να είναι 3 έως 4 πρόβατα. Εντούτοις, η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική. Η χρήση των καλλιεργούμενων βοσκοτόπων μειώνεται συνεχώς, και η πυκνότητα βόσκησης είναι 6 έως 7 πρόβατα/εκτάριο και μερικές φορές πολύ περισσότερο. Έτσι, η υπερβόσκηση είναι συχνό φαινόμενο, με συνέπεια την υποβάθμιση του εδάφους. ·
Ψυχανθή, ιδιαίτερα λούπινο. Η φύτευση των ψυχανθών πραγματοποιείται
συνήθως τον Οκτώβριο πάνω στο άχυρο του σίτου ή της βρώμης, χωρίς
προηγούμενη προετοιμασία του εδάφους. Χρησιμοποιούνται περίπου 80-90 κιλά
σπόρου το εκτάριο που έπειτα καλύπτεται με έδαφος με έναν
λειαντή.
Δεν γίνεται καμία λίπανση.
Με την περιγραφή αυτών των γεωργικών πρακτικών, που είναι εκείνες που χρησιμοποιούνται συνηθέστερα στο Alentejo, γίνεται σαφές ότι μερικές είναι καλύτερες από άλλες όσον αφορά στη χρήση των εδαφικών πόρων. Επομένως, είναι σημαντικό οι αγρότες να αποκτούν γνώση και κατανόηση των πρακτικών που οδηγούν σε περιορισμό της μείωσης της γονιμότητας του εδάφους, συμβάλλοντας έτσι στην καταπολέμηση της ερημοποίησης g
Λεκάνη της Guadalentin, Ν. Α. Ισπανία Αλλαγή χρήσης γης σε αρδευόμενες καλλιέργιες: Σε μερικές περιπτώσεις, η λύση που υιοθετούν οι αγρότες συνίσταται στην αλλαγή από ξηρικές σε αρδευόμενες καλλιέργειες, ακόμα κι αν οι εδαφικές συνθήκες δεν είναι επαρκείς για αυτήν την εντατικοποίηση. Καλλιέργεια σε μεγάλες κλίσεις: Η καλλιέργεια σε μεγάλες κλίσεις καθιστά τις διεργασίες διάβρωσης γρηγορότερες. Αυτές οι περιοχές χρησιμοποιούνται για καλλιέργεια επειδή οι αγρότες χρειάζονται περισσότερο εισόδημα, ή μπορούν να απαιτήσουν τις επιδοτήσεις της ΕΕ. Το πρόβλημα της διάβρωσης γίνεται σημαντικότερο όταν η κατεύθυνση οργώματος δεν είναι παράλληλη αλλά κάθετη στις ισοϋψείς, λόγω των τεχνικών συγκομιδής. Άρδευση με υφάλμυρο νερό: Σε μερικές περιπτώσεις, οι πρακτικές που εφαρμόζονται στις ξηρικές καλλιέργειες εντατικοποιούνται από τους αγρότες που αρδεύουν. Η διαθεσιμότητα νερού είναι ένα σοβαρό πρόβλημα στις μεσογειακές περιοχές και σε πολλές περιπτώσεις η ποιότητα του νερού δεν είναι καλή για χρήση στη γεωργία. Η άρδευση με νερό υψηλής αλατότητας επιταχύνει τις διαδικασίες υποβάθμισης του εδάφους. Υπερβολικές διαδικασίες οργώματος: Μερικοί αγρότες θεωρούν ότι είναι απαραίτητο να γίνουν όσο το δυνατόν περισσότερες διαδικασίες κατεργασίας του εδάφους. Τα εδάφη οργώνονται προκειμένου να αποθηκευτεί περισσότερο νερό την εποχή των βροχοπτώσεων, με συνέπεια το έδαφος να χάσει την φυτοκάλυψη του και να διευκολυνθούν οι απώλειες εδάφους. Εντατική βόσκηση: Η ανεξέλεγκτη βόσκηση κάνει το έδαφος να χάσει την προστασία που του παρέχει η βλάστηση. Αυτή η μείωση της βλάστησης οδηγεί σε διαδικασία υποβάθμισης του μη προστατευμένου εδάφους. Καλλιέργεια των δασών (θάμνοι και δέντρα): Τα δασικά εδάφη στις μεσογειακές περιοχές έχουν μια πολύ ευαίσθητη ισορροπία, η οποία μπορεί να διαταραχτεί εύκολα. Η καλλιέργεια αυτών των περιοχών της ημι-φυσικής βλάστησης θάμνων οδηγεί συνήθως, μετά από μια μικρή χρονική περίοδο, τους αγρότες να εγκαταλείψουν αυτές τις περιοχές με αποτέλεσμα να επιταχύνονται οι διαδικασίες υποβάθμισης. Αφαίρεση της φυτοκάλυψης: Οι αγρότες θεωρούν ότι η χαμηλή βλάστηση ανταγωνίζεται τα καλλιεργούμενα φυτά για το νερό της βροχής και έτσι την αφαιρούν κατά την κατεργασία του εδάφους. Πυρκαγιά: Μερικοί αγρότες, καίνε τις καλαμιές στο τέλος της περιόδου ανάπτυξης προκειμένου να προετοιμαστεί το έδαφος για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο. Αυτό, εκτός από τον κίνδυνο των ανεξέλεγκτων πυρκαγιών, έχει δύο αρνητικές συνέπειες: η βιομάζα που θα μπορούσε να ενσωματωθεί στο έδαφος χάνεται, και το έδαφος παραμένει απροστάτευτο στη διάβρωση κατά τη διάρκεια έντονων βροχοπτώσεων. g
Λακάνη της Αgri, Ιταλία Η μορφή του τοπίου στις ορεινές και λοφώδεις περιοχές της λεκάνης Agri είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής πρακτικών ξηρικών καλλιεργειών και παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με όλες τις μεσογειακές περιοχές. Τα συστήματα οργάνωσης του αγροτικού χώρου, που έχουν καθοριστεί στο παρελθόν ως μια λεπτή ισορροπία μεταξύ των γεωργικών και των κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων, έχουν περιθωριοποιηθεί με διαδικασίες τα αποτελέσματα των οποίων μπορούν να φανούν τόσο στα οικονομικά όσο και στα κοινωνικά-δημογραφικά στοιχεία. Είναι περιοχές που χαρακτηρίζονται από μεγάλη μείωση του πληθυσμού, σε συνδυασμό με τη χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού (παραδείγματος χάριν η πυκνότητα του πληθυσμού στο Aliano και στο Craco είναι κατά 1/6 μικρότερη από τον μέσο όρο της περιφέρειας). Η κατανομή της ηλικίας του πληθυσμού, καθώς επίσης και η αλλαγή γενιάς, παρουσιάζουν αρνητικές τάσεις που ενισχύονται από τους υψηλούς δείκτες ανεργίας
Η γεωργία είναι ακόμα η κύρια δραστηριότητα σε αυτές τις περιοχές και περιλαμβάνει την καλλιέργεια σιτηρών (ειδικά σιτάρι) μαζί με μια προοδευτική ανάπλαση των ανώμαλων και απότομων επιφανειών σε ομαλότερες και με μικρότερες κλίσεις για την αποτελεσματικότερη εκμηχάνιση των καλλιεργητικών τεχνικών.
Τα γεωργικά συστήματα είναι εξαιρετικά απλοποιημένα και βασίζονται κυρίως στα σιτηρά , ενώ παρατηρείται οριακό ενδιαφέρον για τις ελιές και την κτηνοτροφία (πρόβατα και αίγες). Εντούτοις, το γεωργικό σύστημα υπόκειται σε μια διαδικασία αναπόφευκτης αναδιοργάνωσης λόγω της έλλειψης εργατικού δυναμικού. Η επέκταση της καλλιέργειας σίτου ευνοήθηκε από διαφορετικούς παράγοντες, αφενός από τις επιδοτήσεις της ΕΕ που έχουν τροποποιήσει το εισόδημα από διαφορετικές καλλιέργειες, και αφετέρου από τις τοπικές πολιτικές που έχουν επιτρέψει τη δημιουργία βιομηχανικών περιοχών στις χαμηλότερες περιοχές. Η απορρόφηση του εργατικού δυναμικού σε άλλους τομείς της οικονομίας, ευνόησε την καλλιέργεια σιτηρών , που λόγω της μηχανοποίησης απαιτεί λιγότερη εργασία. Με την είσοδο στην ΕΕ των νέων χωρών, οι παραγωγοί τροφίμων θα αντιμετωπίσουν πολύ μεγάλο ανταγωνισμό. Το δυναμικότερο τμήμα του γεωργικού τομέα (από δομική και εισοδηματική άποψη) προσπαθεί να αντιδράσει δίνοντας προστιθέμενη αξία στα τοπικά προϊόντα, και συνδέοντάς τα με την περιοχή προέλευσης. Η ανταλλαγή των πληροφοριών με τους εμπειρογνώμονες στην Agri που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του προγράμματος DESERTLINKS, απέδειξε ότι σε αυτήν την περιοχή η αντίληψη για τα προβλήματα της υποβάθμισης των εδαφών είναι σε υψηλό επίπεδο, καθώς επίσης έχουν κατανοηθεί τα αίτια της υποβάθμισης των εδαφών (βαθύ και συχνό όργωμα, κάθετα στις ισοϋψείς; συμπίεση; ισοπέδωση λοφωδών εκτάσεων; απομάκρυνση της μεσογειακής θαμνώδης βλάστησης; κάψιμο της καλαμιάς; απουσία αμειψισποράς). Εντούτοις, η υιοθέτηση της ορθής γεωργικής πρακτικής απουσιάζει ακόμη και η μεταφορά γνώσης στην αγροτική διαχείριση είναι πολύ χαμηλή. Περαιτέρω έρευνα απαιτείται για να αναλυθούν τα στοιχεία που καθορίζουν τις πρακτικές που επιλέγονται από τους τοπικούς παράγοντες.
Μερικοί καινοτόμοι αγρότες έχουν εισαγάγει τις πρακτικές σποράς γρασιδιού για το σκληρό σιτάρι, προσαρμόζοντας την τεχνολογία στις τοπικές συνθήκες. Η χλόη δεν αφαιρείται και υπάρχει λιγότερη μηχανική συμπίεση στο έδαφος. Τα φαινόμενα υδατικής διάβρωσης (το σημαντικότερο πρόβλημα υποβάθμισης στην περιοχή) μειώνονται ή αποφεύγονται. g
Λέσβος, Ελλάδα Το νησί Λέσβος, που καλύπτει μια έκταση 163.429 εκταρίων, βρίσκεται στο βορειοανατολικό μέρος του Αιγαίου πελάγους. Το δυτικό μέρος του νησιού έχει ήδη υποβαθμισθεί και ερημοποιηθεί έντονα, ενώ το υπόλοιπο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στην ερημοποίηση (Kosmas et al, 2000; 2000). Οι κύριοι τύποι χρήσης γης είναι ελιές, δάση πεύκων και βοσκότοποι που καλύπτουν 41,2%, 23,0% και 22,6% της συνολικής επιφάνειας του νησιού, αντίστοιχα. Τα δάση δρυός και οι ετήσιες καλλιέργειες καλύπτουν περιορισμένη έκταση, και συγκεκριμένα το 7,1% και 5,3%, αντίστοιχα. Η διάβρωση των εδαφών λόγω της κατάρρευσης των αναβαθμών και της υπερβόσκησης, η αλάτωση των εδαφών των πεδινών περιοχών λόγω της κακής στράγγισης, καθώς επίσης και η υπεράντληση των υπόγειων υδάτων, είναι οι σημαντικότερες διαδικασίες της υποβάθμισης και της ερημοποίησης των εδαφών στην περιοχή. Η εκτατική κτηνοτροφία είναι μια από τις κύριες γεωργικές δραστηριότητες στις λοφώδεις περιοχές του δυτικού και του κεντρικού τμήματος του νησιού. Οι βοσκότοποι βρίσκονται κυρίως στις λοφώδεις περιοχές, με θαμνώδη βλάστηση (Sarcopoterium sp) και συστάδες με δένδρα φυλλοβόλου και αειθαλούς δρυός. Οι βοσκότοποι επεκτείνονται μερικώς και στα πευκοδάση, αλλά λόγω της περιορισμένης χαμηλής βλάστησης η ποιότητά τους είναι πολύ μικρή. Οι ελαιώνες βοσκούνται για δύο ή τρεις μήνες κατά τη διάρκεια της άνοιξης, μετά από τη συγκομιδή, με ζώα που μεταφέρονται από άλλες περιοχές. Σήμερα, ένας μεγάλος αριθμός ζώων (περίπου 350.000) που περιλαμβάνει πρόβατα, αίγες, και αγελάδες είναι διεσπαρμένος σε όλη τη Λέσβο, περισσότερο όμως στο κεντρικό και δυτικό τμήμα του νησιού. Στις περιοχές που χαρακτηρίζονται ως βοσκότοποι, η γη υπόκειται σε υπερβόσκηση λόγω του μεγάλου αριθμού ζώων που συγκεντρώνεται σε αυτές. Ο μέσος αριθμός ζώων ανά εκτάριο κυμαίνεται από 3,8 έως 5,7, ανεξάρτητα από τα χαρακτηριστικά της γης. Η ποσότητα του παραγόμενης χόρτου βοσκής δεν είναι αρκετή για να ικανοποιήσει τις ανάγκες των ζώων. Επομένως, προκειμένου να αντισταθμιστεί η χαμηλή παραγωγικότητα των βοσκοτόπων, οι αγρότες πρέπει να τροφοδοτούν τα ζώα τους με μεγάλες ποσότητες ζωοτροφών, που μεταφέρονται από άλλες περιοχές. Οι κτηνοτρόφοι καταστρέφουν συχνά τη φυσική βλάστηση με σκόπιμες πυρκαγιές για να απομακρύνουν την παλιά φρυγανώδη και να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη νέας ποώδους βλάστησης, η οποία στη συνέχεια υπόκειται σε υπερβόσκηση. Η διαδικασία της υποβάθμισης της γης επιταχύνεται πολύ από τις μεγάλες πυκνότητες ζώων που βόσκουν και οδηγούν στην υποβάθμιση της βλάστησης και στην συμπίεση του εδάφους. Διάφορες εκτάσεις που χρησιμοποιούνται σήμερα ως βοσκότοποι, ήταν προηγουμένως καλλιεργήσιμες, κυρίως με σιτηρά (που κάλυπταν τις ανάγκες τους σε νερό με τις βροχοπτώσεις), αλλά λόγω της χαμηλής παραγωγικότητας η πλειοψηφία των εκτάσεων αυτών εγκαταλείφθηκε πριν 40-45 έτη. Μετά από την εγκατάλειψη και τη μετανάστευση των κατοίκων σε μεγαλύτερες πόλεις, οι εκτάσεις αυτές έχουν νοικιαστεί και χρησιμοποιούνται ως βοσκότοποι.
Η άλλη σημαντική γεωργική δραστηριότητα στο νησί είναι η καλλιέργεια ελιάς, που καλύπτει έκταση 60.966 εκταρίων. Οι ελαιώνες βρίσκονται κυρίως στις λοφώδεις και μερικώς στις πεδινές περιοχές με σχετικά βαθιά εδάφη. Εφαρμόζονται οι ακόλουθες τρεις κύριες πρακτικές διαχείρισης: (α) κανένα όργωμα, καμία εφαρμογή φυτοφαρμάκων, (β) κανένα όργωμα αλλά εφαρμογή φυτοφαρμάκων, και (γ) όργωμα χωρίς εφαρμογή φυτοφαρμάκων. Τελευταία, οι λιπάνσεις και η χρήση φυτοφαρμάκων έχουν μειωθεί πολύ, λόγω της εφαρμογής της βιολογικής καλλιέργειας για την παραγωγή ελαιολάδου. Η κατεργασία του εδάφους γίνεται με ζώα ή μικρά τρακτέρ δύο-τροχών. Η πλήρης μηχανοποίηση της καλλιέργειας δεν είναι εύκολη εξαιτίας των απότομων κλίσεων και των στενών αναβαθμίδων που περιορίζουν τη χρήση των βαριών μηχανημάτων. Ανόργανα λιπάσματα εφαρμόζονται σε μερικά κτήματα σε ποσότητες που κυμαίνονται από 0,5 κιλά έως 2,5 κιλά ανά δέντρο. Αρκετά χρόνια πριν, στις λοφώδεις περιοχές που καλύπτονται με ελαιώνες (με κλίσεις συνήθως μεγαλύτερες από 6%), έχουν διαμορφωθεί αναβαθμοί (πεζούλες ή ξηρολιθιές) χρησιμοποιώντας πέτρες. Έχουν κατασκευασθεί με ιδιαίτερη τεχνική σε μεμονωμένες ξηρολιθιές τύπου μισο-φέγγαρο για κάθε δένδρο ή ξηρολιθιές σε γραμμική μορφή κατά μήκος των ισοϋψών για πολλά δένδρα. Το έδαφος μεταφέρθηκε από άλλες θέσεις για το γέμισμα των ξηρολιθιών. Εάν οι οι ξηρολιθιές καταστραφούν, το έδαφος απομακρύνεται αμέσως, το συμπαγές μητρικό υλικό εκτίθεται στην επιφάνεια, και η γη υποβαθμίζεται άμεσα.
Η πρακτική της συντήρησης και διαχείρισης των εδαφικών πόρων με την κατασκευή αναβαθμών, απαιτεί πολλά εργατικά για τη διατήρηση των αναβαθμών. Στις πρόσφατες δεκαετίες, η οικονομική αξία των αναβαθμών έχει μειωθεί σημαντικά λόγω: (α) δυσκολιών που συνδέονται με τη δυνατότητα πρόσβασης και τη χρήση των μηχανημάτων, (β) τη μειωμένη τιμή του ελαιόλαδου και του αυξανόμενου εργατικού κόστους, και (γ) της έντονης μετανάστευσης στην ηπειρωτική Ελλάδα. Λεπτομερείς μελέτες (Kosmas et al, 1998) σχετικά με την κατάρρευση των ξηρολιθιών, έδειξαν ότι η σταθερότητα τους σχετίζεται κυρίως με την κλίση, τον τύπο του εδάφους, την προέλευση των πετρών κατασκευής και τη διαχειριστική πρακτική. Οι πέτρες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ξηρολιθιών διαφέρουν ως προς το βαθμό αποσάθρωσης και επομένως το ποσοστό της κατάρρευσης σχετίζεται με το μητρικό πέτρωμα. Οι ξηρολιθιές που κατασκευάστηκαν με πέτρες που προέρχονται από λάβα και σχιστόλιθο εμφανίζουν το μεγαλύτερο ποσοστό κατάρρευσης λόγω αποσάθρωσης. Αναβαθμοί που κατασκευάστηκαν με πέτρες που προέρχονται από μάρμαρο είναι οι πιο σταθεροί. Η συχνότητα της κατάρρευσης των αναβαθμών είναι μεγαλύτερη σε περιοχές των οποίων τα εδάφη έχουν αναπτυχθεί σε λάβα και μάρμαρο. Αυτό μπορεί να αποδοθεί στην προέλευση των πετρών καθώς επίσης και σε άλλους παράγοντες, όπως ο συντελεστής γραμμικής διαστολής (COLE) των σχηματισθέντων εδαφών.
Ο συντελεστής γραμμικής διαστολής (COLE)του εδάφους που χρησιμοποιείται για την πλήρωση των ξηρολιθιών επηρεάζει σημαντικά τη σταθερότητά τους. Εάν ο COLE είναι υψηλός, η οριζόντια πίεση μετά από την ύγρανση του εδάφους είναι μεγάλη, ειδικά στη βάση της ξηρολιθιάς, προκαλώντας κορεσμό, αστάθεια και τελικά την κατάρρευση του. Τις μεγαλύτερες τιμές COLE έχουν τα εδάφη που αναπτύχθηκαν σε μάργα και υπερβασικά πετρώματα. Οι χαμηλότερες τιμές του COLE εμφανίζονται στα εδάφη που αναπτύχθηκαν σε σχιστόλιθο και ηφαιστειακή λάβα.
Επίσης η κλίση επηρεάζει σημαντικά τη δομική σταθερότητα των αναβαθμών. Τρεις κρίσιμες κατηγορίες κλίσεων μπορούν να διακριθούν: (α) λιγότερο από 15%, (β) 15-35% και (γ) μεγαλύτερη από 35%. Υπό τις επικρατούσες συνθήκες διαχείρισης στην περιοχή, οι αναβαθμοί σε κλίσεις μικρότερες από 15% παραμένουν σχεδόν ανέπαφοι. Το ποσοστό κατάρρευσης των αναβαθμών αυξάνεται σχεδόν γραμμικά με αύξηση της κλίσης από το 15% στο 35%. Το ποσοστό κατάρρευσης είναι πολύ υψηλό σε κλίσεις μεγαλύτερες από 35%.
Με δεδομένο ότι η συντήρηση των ξηρολιθιών είναι απολύτως απαραίτητη για την προστασία του εδάφους, οι ελαιώνες μπορούν να ταξινομηθούν σε τέσσερις κατηγορίες με βάση την προτεραιότητά τους για συντήρηση. Η ταξινόμηση βασίζεται στις ακόλουθες παραμέτρους: (α) κλίση, (β) μητρικό υλικό, και (γ) τον συντελεστή COLE. Με αυτά τα κριτήρια, η πλειοψηφία των ελαιώνων της Λέσβου απαιτείται άμεση δράση για την προστασία των ξηρολιθιών. Συγκεκριμένα, στο 32,6% των ελαιώνων απαιτείται άμεση δράση και στο 44,3% μεσοπρόθεσμη. g Επισκόπηση του τρόπου αλληλο-συσχέτισης των δεικτών Το πλαίσιο για την κατανόηση των διαδικασιών που σχετίζονται με τις ακατάλληλες πρακτικές καλλιέργειας στα ξηρές περιοχές περιλαμβάνει το έδαφος, τις κλιματικές και οικονομικές συνθήκες, τον τύπο και την ένταση χρήσης γης. Το έδαφος και οι κλιματολογικές συνθήκες (ιδιαίτερα σε ξηρές ή ημί-ξηρες συνθήκες), μαζί με τη χρήση γης, καθορίζουν τους πόρους και τις καλλιεργητικές πρακτικές, συμπεριλαμβανομένης της βόσκησης. Παραδείγματος χάριν, η εποχικότητα των βροχοπτώσεων καθορίζει πότε και πώς ο αγρότης προετοιμάζει το έδαφος για να είναι σε θέση να αποθηκεύσει νερό. Όλες αυτές οι συνθήκες καθορίζουν την Net farm income - Καθαρή πρόσοδο των γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Το έδαφος και οι κλιματικές συνθήκες θέτουν τα όρια μιας περιοχής από την άποψη των πόρων και των δυνατών χρήσεων. Ο τύπος χρήσης γης αντικατοπτρίζει τη δυνητική πρόσοδο στην περιοχή και τις καλλιεργητικές πρακτικές που είναι απαραίτητες για μια συγκεκριμένη χρήση γης. Οι οικονομικές συνθήκες, οι τιμές των αγροτικών προϊόντων και οι επιδοτήσεις της ΕΕ είναι επίσης ουσιαστικές παράμετροι για τον υπολογισμό του εισοδήματος των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, που είναι ο πραγματικός ακρογωνιαίος λίθος. Σε περιοχές χαμηλής παραγωγικότητας, όπως στις ημί-ξηρες μεσογειακές περιοχές, EU production subsidies - οι επιδοτήσεις της ΕΕ είναι ιδιαίτερα σημαντικές, και μερικές φορές είναι σημαντικότερες ακόμα και από τις πραγματικές τιμές των προϊόντων. Αυτό συμβαίνει, επειδή χωρίς αυτές τις επιχορηγήσεις οι αγρότες δεν θα ήταν σε θέση να συνεχίσουν με τη δραστηριότητά τους. Συνεπώς, οι επιδοτήσεις της ΕΕ είναι ένα σημαντικό διοικητικό μέτρο για τη διαχείριση των εδαφών και την καταπολέμηση της ερημοποίησης. Το εισόδημα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων είναι βασικό για την κατανόηση των θεμάτων που αφορούν στη διαχείριση της γης αλλά και των καλλιεργητικών πρακτικών που έχουν επιπτώσεις στην ερημοποίηση σε περιοχές ξηρικών καλλιεργειών. Το εισόδημα ορίζει την δυνατότητα του αγρότη να επενδύσει σε υποδομές και εργασία (συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών συντήρησης) στη γεωργική εκμετάλλευση και επηρεάζει τις πρωτοβουλίες που ίδιος επιθυμεί να αναλάβει. Οι αγρότες προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν την πρόσοδο των γεωργικών εκμεταλλεύσεών τους, κατευθύνοντας την παραγωγή τους σε προϊόντα που μπορούν να επιτύχουν καλύτερη τιμή ή εξασφαλισμένη τιμή (όπως από τις επιδοτήσεις). Το γεγονός ότι μια περιοχή βρίσκεται υπό καθεστώς επιχορήγησης, μπορεί να εξηγήσει πολλές από τις αλλαγές στις καλλιέργειες και επομένως και στις καλλιεργητικές πρακτικές. Μερικές φορές (και όλο και πιο συχνά σε πολλές ξηρές περιοχές), η καλλιέργεια γίνεται όλο και πιο δύσκολη και το εισόδημα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων δεν είναι αρκετό για να εξασφαλίσει την επιβίωση των αγροτών και της οικογένειάς τους. Έτσι, Parallel employment - η παράλληλη απασχόληση είναι απαραίτητη. Αυτή η παράλληλη απασχόληση εξασφαλίζει ένα επιπλέον εισόδημα για τον αγρότη αλλά έχει επιπτώσεις στη διαχείριση του εδάφους, δεδομένου ότι λιγότερος χρόνος και εργατικό δυναμικό διατίθενται για τις δραστηριότητες της καλλιέργειας. Επίσης, υπάρχουν κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες, που ασκούν την πίεση στις χρήσεις γης όπως: · Urban sprawl - Επέκταση αστικών δραστηριοτήτων (νέες περιοχές είναι απαραίτητες για τουριστική ανάπτυξη και άλλες υποδομές). Σε μερικές ξηρές περιοχές οι αγρότες δέχονται προσφορές για την πώληση της γης τους προκειμένου να χτιστούν οι νέες τουριστικές υποδομές. Τα χαμηλά εισοδήματα από τη γεωργική τους εκμετάλλευση σε συνδυασμό με τις οι υψηλές τιμές ότι που οι αγοραστές είναι πρόθυμοι να πληρώσουν, οδηγούν τους αγρότες στην απόφαση να εγκαταλείψουν την ενασχόληση με τη γεωργία και να πωλήσουν τη γη, μεταβάλλοντας το τοπίο και μεταβάλλοντας τους φυσικούς πόρους.
Όλες αυτές οι συνθήκες μας βοηθούν στην κατανόηση των ζητημάτων διαχείρισης γης, δεδομένου ότι ασκούν πίεση στις αποφάσεις του αγρότη και αποτελούν τις κατευθυντήριες δυνάμεις για αλλαγές στους τρόπους διαχείρισης γης:
Ως αποτέλεσμα του αρνητικού συνδυασμού όλων αυτών αλλαγών στη διαχείριση της γης, μπορεί να είναι η έναρξη διαδικασιών της υποβάθμισης των εδαφών. Αυτό μπορεί να συμβεί όχι μόνο εξαιτίας της εγκατάλειψης της γης αλλά και των ανεπαρκών μέτρων προστασίας στα καλλιεργούμενα αγροτεμάχια, με συνέπεια την ερημοποίηση. Μέτρα για την καταπολέμηση της ερημοποίησης πρέπει να λαμβάνονται πριν να αρχίσει η διεργασία της ερημοποίησης, επειδή έπειτα οι λύσεις είναι πιο δύσκολες, ακριβότερες και λιγότερο αποτελεσματικές. Οι ενέργειες πρέπει να εστιάσουν σε ζητήματα διαχείρισης της γης και στις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες των αγροτών. Μόνο με την εξασφάλιση των αγροτών που συνεχίζουν να εξασκούν τη γεωργία, και ότι στα ζητήματα διαχείρισης της γης συμπεριλαμβάνονται μέτρα προστασίας σε συνδυασμό με το ότι η εξέλιξη των χρήσεων της γης δεν κατευθύνεται σε μη αποδεκτές χρήσεις, η καταπολέμηση της ερημοποίησης θα είναι επιτυχής. Policy enforcement - Η πολιτική βούληση, που πρέπει να περιλαμβάνει την οριοθέτηση και την υποστήριξη των αγρο-περιβαλλοντικών διαχειριστικών πρακτικών και των κοινωνικο-οικονομικών ενεργειών (όπως τον επαναπροσανατολισμό των επιδοτήσεων ή της υποστήριξης των κατοίκων της υπαίθρου), είναι το κλειδί για την καταπολέμηση της ερημοποίησης στις περιοχές ξηρικών καλλιεργειών. Αναφορές
|
|||||||||||||||||||||||||||