![]() |
DIS4ME | DIS4ME
βασική σελίδα
| DESERTLINKS βασική
σελίδα | ©
DESERTLINKS 2004 English-EN | Español-ES | Italiano-I | Ελληνικά-GR | Portuguese-PT |
| Σύστημα Δεικτών Ερημοποίησης για την Μεσογειακή Ευρώπη | ||
|
Αποψίλωση των δασών g
Οι αιτίες της αποψίλωσης
των δασών και η
σημασία της για
την ερημοποίηση Εισαγωγή. Ένα μεγάλο
μέρος της επιφάνειας
της γης είναι
καλυμμένο με δάση,
πολύτιμο πόρο
για τον άνθρωπο,
τη βιοποικιλότητα,
τις εδαφικές και
υδατικές συνθήκες
και την κατάσταση
της ατμόσφαιρας.
Ο άνθρωπος αρχικά
χρησιμοποίησε
το δάσος μόνο ως
καταφύγιο, για
την ξυλεία και
για την εξασφάλιση
της τροφής του.
Εκείνη την εποχή
τα δάση χρησιμοποιούνταν
με βιώσιμο τρόπο,
δίχως να απειλούνται
διάφορα είδη με
εξαφάνιση εξαιτίας
της υπερεκμετάλλευσης.
Από αυτές τις πρωτόγονες
περιόδους χρήσης
των δασών μέχρι
σήμερα, υπήρξε
τεράστια αύξηση
στην ποσότητα
της ξυλείας που
καθημερινά υλοτομούνταν,
και η καταστροφή
των δασών προέκυψε
για τους ακόλουθους
σκοπούς:
Σήμερα
τα δάση απειλούνται
από διάφορους
παράγοντες όπως
οι κλιματικοί
μεταβολές, μεταδοτικές
ασθένειες από
έντομα ή άλλους
παθογενείς οργανισμούς,
απειλές καθαρά
ανθρωπογενούς
φύσης, πυρκαγιές,
ατμοσφαιρική
ρύπανση, αποψίλωση
και αύξηση των
πιέσεων από τις
κοινωνίες. Ο άνθρωπος
είναι εν μέρει
υπεύθυνος για
τις περισσότερες
από αυτές τις απειλές.
Πράγματι, το αποτύπωμα
της ανθρώπινης
δραστηριότητας
είναι πάντα παρών:
είναι σχετικά
μικρή η ευθύνη
όσον αφορά τις
κλιματικές διαταραχές,
σε σχέση με τις
εκπομπές των αερίων
του θερμοκηπίου,
που ευθύνονται
για μια μεγάλη
καταστροφή. Είναι
μέτρια η ευθύνη
για την ανάπτυξη
ορισμένων τεχνητών
δασοκομικών συστάδων
επιρρεπών σε προσβολές
παράσιτων. Και
τέλος ο άνθρωπος
ευθύνεται κατά
το πλείστον για
τα φαινόμενα ατμοσφαιρικής
ρύπανσης και
αποψίλωσης. Τα νούμερα
που προκύπτουν
από τον υπολογισμό
του ποσοστού αποψίλωσης
παγκοσμίως είναι
εκπληκτικά. Σύμφωνα
με το World Resources Institute (http://pubs.wri.org/pubs_content.cfm?PubID=3018), πάνω
από το 80 % των φυσικών
δασών της γης έχουν
ήδη καταστραφεί
(με ρυθμό 40 εκατ
εκτάρια ετησίως).
Σχεδόν το 90 % των
τροπικών δασών
στην Δ. Αφρική
έχουν εξαφανιστεί
από το 1900. Η Βραζιλία
και η Ινδονησία,
που περιλαμβάνουν
τις δύο μεγαλύτερες
περιοχές με τροπικά
δάση παγκοσμίως,
απογυμνώνονται
με ανησυχητικό
ρυθμό εξαιτίας
της υλοτόμησης,
των πυρκαγιών
και της μετατροπής
της γης σε γεωργική
και κτηνοτροφική.
Η απώλεια της άγριας
ζωής είναι μία
από τις εμφανείς
συνέπειες της
αποψίλωσης. Το
70% της βιοιποικιλότητας
της γης βρίσκεται
στα δάση. Τα τροπικά
δάση λειτουργούν
με τέτοιο τρόπο
ώστε να προκαλούν
βροχοπτώσεις
σε γειτονικές
χώρες που είναι
επιρρεπείς στην
ξηρασία. Μελέτες
έδειξαν ότι η καταστροφή
των δασών αυτών
σε χώρες της Δυτικής
Αφρικής όπως τη
Νιγηρία, τη Γκάνα
και την Ακτή του
Ελεφαντοστού,
ευθύνεται για
την εικοσαετή
ξηρασία στο εσωτερικό
της Αφρικής. (http://pubs.wri.org/pubs_content.cfm?PubID=3018). Η αποψίλωση
έχει επίσης καταστροφικές
παγκόσμιες συνέπειες.
Τα δάση είναι οι
φυσικοί καταναλωτές
του διοξειδίου
του άνθρακα, ενός
από τα αέρια του
θερμοκηπίου του
οποίου η σταδιακή
επαύξηση στη ατμόσφαιρα
συμβάλει στην
παγκόσμια υπερθέρμανση.
Η κοπή των δασών
όχι μόνο εξαλείφει
αυτές τις «δεξαμενές
απορρόφησης άνθρακα»
αλλά επιπλέον
η καύση και αποσύνθεσή
τους απελευθερώνει
ακόμη περισσότερο
διοξείδιο του
άνθρακα στην ατμόσφαιρα,
μαζί με μεθάνιο,
ένα άλλο σημαντικό
αέριο του θερμοκηπίου. Κλιματικές
συνθήκες. Η πλειοψηφία
των κλιματικών
συνθηκών ανά τον
κόσμο κατατάσσεται
στο ξηρό, και ημί-ξηρο
κλίμα. Περαιτέρω
υποδιαίρεση των
ξηρών και ημι-ξηρων
περιοχών δεν είναι
πάντοτε σαφής.
Γενικά, οι έρημοι
δέχονται <100 χιλστ
βροχόπτωσης, οι
ξηρές περιοχές
δέχονται μεταξύ
100-300 χιλστ όπως και
οι ημι-ξηρες, και
ειδικότερα:
Αν και
όλες οι κλιματικές
ζώνες υπόκεινται
σε φαινόμενα ερημοποίησης,
οι ημι-ξηρες περιοχές
γενικά και οι ξηρές
περισσότερο είναι
πολύ ευαίσθητες
επειδή απέχουν
μόνο μερικά χιλιοστά
βροχής από το να
μετατραπούν σε
έρημους. Διακυμάνσεις
του καιρού. Οι ξηρές και ημι-ξηρες
περιοχές έχουν
αντίξοο κλίμα
που γίνεται ακόμη
δυσκολότερο εξαιτίας
των καιρικών διακυμάνσεων.
Υπό κανονικές
συνθήκες, υπάρχουν
περισσότερα χρόνια
με βροχοπτώσεις
κάτω του μέσου
όρου παρά ίσο με
το μέσο όρο ή περισσότερο.
Οι παρατεταμένες
περίοδοι ξηρασίας
είναι συχνό φαινόμενο.
Για παράδειγμα,
ξηρασίες επικρατούν
τόσο συχνά στην
βορειοανατολική
Βραζιλία, που η
περιοχή αποκαλείται
το πολύγωνο της
ξηρασίας. Αυτή
καθ' αυτή η καιρική
διαφοροποίηση
δεν προκαλεί την
ερημοποίηση, αλλά
λειτουργεί επιταχυντικά,
ειδικά στις περιπτώσεις
που ο άνθρωπος
συνεχίζει εκείνες
τις χρήσεις γης
που χρειάζονται
πάνω του μέσου
όρου επίπεδα βροχόπτωσης.
Οι αποτυχία των
προσπαθειών πρόβλεψης
και προγραμματισμού
των δυσμενών περιόδων
που έρχονται καθώς
και της ανάλογης
τροποποίησης
των τύπων χρήσης
γης επιταχύνει
τις διαδικασίες
ερημοποίησης.
Παρόλο που οι ξηρασίες
αυξάνουν το επίπεδο
υποβάθμισης της
γης, δεν συνιστούν
ωστόσο αιτία ερημοποίησης.
Η υποβάθμιση της
γης μπορεί να
αρχίσει από οποιοδήποτε
καλλιεργούμενο
αγρό. Η ερημοποίηση
και η αποψίλωση
οφείλονται σε
μια δραστική αλλαγή
των μικροκλιμάτων.
Για παράδειγμα,
αν κοπούν οι θάμνοι
και τα δέντρα τότε
ο μεσημεριανός
ήλιος θα πέφτει
κατευθείαν πάνω
στο μέχρι τότε
προστατευμένο
από τη σκιά έδαφος.
Το έδαφος θα γίνει
θερμότερο και
πιο ξηρό, ενώ οι
οργανισμοί που
ζουν πάνω ή εντός
του εδάφους θα
μετακινηθούν
ώστε να αποφύγουν
τις νέες αντίξοες
συνθήκες. Τα φυτικά
υπολείμματα στην
επιφάνεια -π.χ.
νεκρά φύλλα και
κλαδιά - γρήγορα
θα οξειδωθούν
και το διοξείδιο
του άνθρακα θα
μεταφερθεί μακριά.
Το ίδιο επίσης
θα συμβεί και με
την μικρή ποσότητα
χούμου που είναι
αποθηκευμένος
στο έδαφος. Οι
επιπτώσεις της
αποψίλωσης στο
κλίμα εμφανίζονται
σε τοπική, μεσαία
και μεγάλη κλίμακα.
Η εξισορρόπηση
μεταξύ ηλιακής
ακτινοβολίας
και ενέργειας
στην περίπτωση
ενός δάσους και
μιας απογυμνωμένης
περιοχής είναι
διαφορετική. Υψηλότερες
ατμοσφαιρικές
θερμοκρασίες
παράγονται στην
αποψιλωμένη περιοχή,
ιδιαίτερα την
ξηρή περίοδο. Σε
περιοχές με μεγάλο
ποσοστό αποψίλωσης,
παρατηρείται
μεγαλύτερη εκπομπή
θερμότητας από
τα βαθύτερα εδαφικά
στρώματα προκαλώντας
διαφοροποιήσεις
στο ποσοστό κάλυψης
με σύννεφα και
σε μέσης κλίμακας
κλιματικές μεταβολές.
Όλες
αυτές οι μικροκλιματικές
αλλαγές προκαλούν
και οικολογικές
μεταβολές. Στις
περισσότερες
περιπτώσεις, το
οικοσύστημα μεταβάλλεται
και συνήθως αρνητικά.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα
όχι μόνο την απώλεια
της βιολογικής
παραγωγικότητας
αλλά επίσης την
υποβάθμιση των
επιφανειακών
μικροκλιμάτων.
Τα φαινόμενα της
παγκόσμιας υπερθέρμανσης
και του θερμοκηπίου,
τα οποία μεταξύ
άλλων οφείλονται
στην αποψίλωση
και την ερημοποίηση,
είναι σήμερα τα
πιο σοβαρά σε παγκόσμια
κλίμακα και πιθανώς
τα πιο απειλητικά. Η αντοχή
των δασών στην
ξηρασία. Τα δάση καταλαμβάνουν
έκταση >30 % της επιφάνειας
της γης και μεταβάλλονται
από την ξηρή θαμνώδη
βλάστηση στην
αφρικανική σαβάνα
έως τα υγρά τροπικά
δάση και από υγρόφυτα
που
αναπτύσσονται
κοντά στις λίμνες
έως τα ανθεκτικά
κωνοφόρα στις
κορυφές των βουνών.
Κάθε δάσους έχει
συγκεκριμένα
φυτικά είδη που
ευδοκιμούν στις
συγκεκριμένες
κλιματικές συνθήκες.
Τρεις είναι οι
γενικές κατηγορίες
δασών που υπάρχουν
στον κόσμο: τα
Πολικά, τα Εύκρατα
και τα Τροπικά
δάση. Η κατανομή
της βλάστησης
καθορίζεται από
διάφορους παράγοντες
(περιφερειακό
κλίμα, τοπογραφία,
μητρικό πέτρωμα,
χρόνος, και οργανισμοί).
Οι κλιματικές
συνθήκες που ασκούν
μεγάλη επίδραση
στην δομή και κατανομή
της βλάστησης
είναι η θερμοκρασία,
η βροχόπτωση, η
υγρασία, η ηλιακή
ακτινοβολία και
ο άνεμος. Καθένα
από αυτά επηρεάζει
άμεσα τη φυσιολογία
των φυτών (φωτοσύνθεση
και αναπνοή) ή
έμμεσα με την διαθεσιμότητα
των θρεπτικών
στοιχείων κατά
την εδαφογένεση.
Αποφασιστικός
παράγοντας για
την διατήρηση
και ανάπτυξη των
φυτών, ειδικά στις
περιοχές με ξηρό
κλίμα, είναι η
ξηρασία. Τις τελευταίες
δεκαετίες, η μείωση
πολλών φυτικών
ειδών δάσους
αποδίδεται στις
επαναλαμβανόμενες
ξηρασίες. Η βελτίωση
της ανθεκτικότητας
των δασικών ειδών
είναι σημαντική
όχι μόνο για την
ανάπτυξή τους
αλλά και για την
διατήρηση σε αντίξοες
κλιματικές συνθήκες
(είναι πιθανόν
οι διάφορες φυτο-κοινωνίες
να χρειαστεί να
αντιμετωπίσουν
δυσμενείς κλιματικές
συνθήκες στο μέλλον,
ως αποτέλεσμα
των υψηλότερων
θερμοκρασιών. Τα περισσότερα
φυτά, και ειδικότερα
τα δενδρώδη είδη,
εξαιτίας της μακροβιότητάς
τους εκτίθενται
σε ξηρασίες κατά
τη διάρκεια της
ζωής τους. Για
να ελαχιστοποιήσουν
την επίδραση των
μεγάλων ξηρασιών,
τα φυτά πρέπει
να διαθέτουν κατάλληλους
μηχανισμούς προστασίας
για την αντιμετώπιση
των κινδύνων. Γενικά
η ικανότητα ενός
φυτού να επιβιώσει
σε μια ξηρασία
εξαρτάται από
πολλά μορφολογικά,
φυσιολογικά και
φαινολογικά χαρακτηριστικά.
Οι μηχανισμοί
επιβίωσης κατηγοριοποιούνται
στην συνέχεια,
αλλά πριν δούμε
τις κατηγορίες
θα πρέπει να υπογραμμίσουμε
ότι η λίστα δεν
είναι εξαντλητική
και επίσης η αλληλεπίδραση
μεταξύ πολλών
παραγόντων είναι
εκείνη που συντελεί
συνολικά στην
ικανότητα του
φυτού να αντιμετωπίσει
την ξηρασία. Οι
μηχανισμοί επιβίωσης
συμπεριλαμβάνουν:
Το διοξείδιο
του άνθρακα (CO2) επηρεάζει
την ευαισθησία
των φυτών στην
ξηρασία. Ενδεχόμενη
αύξηση της ποσότητας
του CO2 στην
ατμόσφαιρα μειώνει
το άνοιγμα των
στομάτων που βρίσκονται
στην επιφάνεια
των φύλλων, με
τα οποία τα φυτά
απορροφούν CO2 και
απελευθερώνουν
υδρατμούς. Αυτή
η επίδραση ποικίλει
πολύ από το ένα
είδος στο άλλο.
Σε ορισμένα είδη,
όπως τη δρυς, η
μείωση του ανοίγματος
των στομάτων είναι
σημαντική επειδή
ελαχιστοποιεί
την απώλεια νερού
μέσω της διαπνοής
του φύλλου, και
συνεπώς μειώνεται
η ευαισθησία του
φυτού στην ξηρασία.
Σε άλλα είδη, όπως
το παραθαλάσσιο
πεύκο ή η οξιά,
αυτή η λειτουργία
μείωσης της διαπνοής
υπάρχει σε μικρότερο
βαθμό ή ακόμη
και καθόλου. Καταστροφή
δασών από πυρκαγιά. Κάθε
χρόνο, εκατομμύρια
εκτάρια δασών
στον κόσμο καίγονται,
όχι μόνο με τεράστιο
οικονομικό κόστος
αλλά κυρίως με
περιβαλλοντικό.
Οι οικολογικές
και περιβαλλοντικές
επιπτώσεις των
πυρκαγιών στα
δάση παρουσιάζονται
με την υποβάθμιση
της ποιότητας
της βλάστησης,
την μείωση της
βιοποικιλότητας,
την καταστροφή
της υγιεινής
των οικοσυστημάτων,
την απώλεια της
άγριας ζωής, την
ατμοσφαιρική
ρύπανση, την μόλυνση
των υδάτων και
γενικά την οικολογική
υποβάθμιση. Οι
πυρκαγιές συναινούν
στα φαινόμενα
της παγκόσμιας
κλιματικής αλλαγής
και την υπερθέρμανση.
Επίσης η βιομάζα
που καίγεται καταστρέφει
μια σημαντική
δεξαμενή απορρόφησης
του άνθρακα της
ατμόσφαιρας. Έτσι
στις πυρκαγιές
αποδίδεται η
μείωση των δασών
και η επιτάχυνση
της υποβάθμισης
του εδάφους και
της ερημοποίησης.
Κατά
μέσο όρο, μόνο
ένα ποσοστό 8-10% της
θερμότητας που
παράγεται κατά
τη διάρκεια μιας
πυρκαγιάς κινείται
προς το έδαφος
ή την επιφάνεια
της γης (Wells
et al. 1979, DeBano et al. 1976, Raison et al. 1986, Steward 1989, Hungerford
1989).
Επίσης η θερμότητα
αυτή είναι υπεύθυνη
για όλες τις άμεσες
αλλαγές που προκαλεί
η πυρκαγιά στις
φυσικές και χημικές
ιδιότητες του
εδάφους. Η οργανική
ύλη αποσυντίθεται
σε υδρογονάνθρακες
σε θερμοκρασία
175°C με
315°C (DeBano
1976). Οι
υδρογονάνθρακες
μετατρέπονται
σε υδρατμούς
στους 300°C
και κινούνται
μέσα στο έδαφος
και συγκεντρώνονται
σε εδαφικά συσσωματώματα
και σε θέσεις όπου
οι θερμοκρασία
του εδάφους είναι
μικρότερη. Αυτό
το κηρώδες επικάλυμμα
είναι υδρόφοβο
επιβραδύνοντας
την διήθηση του
νερού στο έδαφος.
Αυτή η κατάσταση
απομάκρυνσης
του νερού μπορεί
να διαρκέσει από
από εβδομάδες
έως μερικά χρόνια
(Baker
1989, DeBano 1979). Η επιφανειακή
απορροή από αυτές
τις περιοχές μπορεί
να προκαλέσει
χαραδρωτική διάβρωση
και κατολισθήσεις,
και ακολούθως
υποβάθμιση και
άλλες διαδικασίες
που συμβάλουν
στην ερημοποίηση.
Έπειτα από πυρκαγιές
σχετικά μικρής
καταστροφικότητας,
η ανανέωση του
δάσους μπορεί
να διαρκέσει μόνο
όσο θα χρειαστεί
η χλωρίδα και πανίδα
του εδάφους να
αποκατασταθεί
και να συσσωρευτεί
η επιφανειακή
οργανική ύλη. Οι
αλλαγές που αναφέρθηκαν
παραπάνω -ιδιαίτερα η απώλεια
της οργανικής
ύλης από το έδαφος
και υπέδαφος -
επηρεάζουν την
χημική και φυσική
κατάσταση του
δασικού εδάφους
η οποία επηρεάζει
την επακόλουθη
αναγέννηση του
δάσους, την συγκράτηση
του νερού και την
απώλεια του εδάφους
με την διάβρωση.
Έπειτα από πυρκαγιές
μεγάλης καταστροφικότητας,
η αυξημένη επιφανειακή
απορροή κατά τη
διάρκεια καταιγίδων
ευνοεί την διάβρωση
και της μικρές
κατολισθήσεις,
ειδικά σε θέσεις
όπου οι ρίζες και
άλλα οργανικά
υλικά που συγκρατούν
το χαλαρό έδαφος
στις πλαγιές έχουν
καταστραφεί (Bitterroot National Forest 2000). Οι μεγάλες
πυρκαγιές προκαλούν
μεγαλύτερους
κινδύνους διάβρωσης
έως ότου αρχίσει
να επανέρχεται
η φυτοκάλυψη και
να συσσωρεύονται
και πάλι οργανικά
υπολείμματα στην
επιφάνεια του
εδάφους. Στις πλαγιές
όπου η φυτοκάλυψη
είναι ελάχιστη
και μετά την πυρκαγιά
έχουν συγκεντρωθεί
φερτά υλικά, τότε
το έδαφος μπορεί
να διαβρωθεί ακόμη
και χωρίς έντονες
βροχές, εξαιτίας
της δύναμης της
βαρύτητας. Η παραγωγικότητα
των δασών. Η
διατήρηση της
υγιεινής και
παραγωγικότητας
των οικοσυστημάτων
των δασών συνιστά
αναγκαία προϋπόθεση
για την σωστή διαχείριση
και βιώσιμη ανάπτυξη
της γης. Η χαμηλή
παραγωγικότητα
των δασών συνεπάγεται
μείωση της ποσότητας
βιομάζας και συνεπώς
ένα δάσος λιγότερο
ανθεκτικό και
περισσότερο επιρρεπή
σε αμετάκλητες
μεταβολές. Τα δάση
ήταν και συνεχίζουν
να είναι εκτεθειμένα
σε ένα μεγάλο αριθμό
φυσικών και ανθρωπογενών
πιέσεων. Οι φυσικές
πιέσεις περιλαμβάνουν
τα ακραία καιρικά
φαινόμενα, τις
μεταδοτικές και
παθογενείς ασθένειες
των δασών και καταστροφικά
γεγονότα. Οι ανθρωπογενείς
πιέσεις περιλαμβάνουν
δραστηριότητες
όπως η αλλαγή χρήσης
γης, ακατάλληλες
ή μη-βιώσιμες πρακτικές
καλλιέργειας,
υλοτομία, κατασκευή
δρόμων που μειώνουν
την ικανότητα
της περιοχής να
συνεχίσει ως παραγωγική
δασική γη, εισαγωγή
εξωτικών φυτών
ή ζώων, και ατμοσφαιρική
ρύπανση. Η μεταβολή
των οικολογικών
συνθηκών εξαιτίας
των δραστηριοτήτων
του ανθρώπου ή
η κλιματική αλλαγή
μπορεί να αυξήσει
την ευαισθησία
των δασών στις
φυσικές πιέσεις
όπως την ξηρασία,
τις αλλαγές στην
υπόγεια στάθμη
των νερών, τις
προσβολές ασθενειών
και τις φυσικές
πυρκαγιές. Η αλληλεπίδραση
μεταξύ των ανθρωπογενών
και φυσικών πιέσεων
μπορεί να έχει
ακόμη πιο αρνητικές
επιδράσεις πάνω
στην υγιεινή
του δάσους. Όσο
πιο πλησιέστερα
προς την δασική
γη είναι κατοικημένες
περιοχές ή άλλες
εγκαταστάσεις
τόσο περισσότερες
είναι οι προκλήσεις
για την διαχείριση
τους και ιδιαίτερα
όσον αφορά το πρόβλημα
της πυροπροστασίας.
Τα προβλήματα
υγιεινής δάσους
που μειώνουν την
ανθεκτικότητα
των δασών ή την
ικανότητά τους
να στηρίζουν τις
ανάγκες της κοινωνίας
θα πρέπει να αποτελέσουν
ζητήματα στρατηγικής
σημασίας για τη
διαχείριση των
δασών. Η ολοένα
και μεγαλύτερη
σπουδαιότητα
της ύπαρξης των
δασών καθιστά
κάθε προσπάθεια
για την προστασία
τους πιο επίκαιρη
και κρισιμότερη
από ότι πριν. Αλλά
προκειμένου τα
δάση να επιτελέσουν
τις ουσιώδεις
περιβαλλοντικές
λειτουργίες τους
και τις τεράστιες
παραγωγικές δυνατότητές
τους, θα πρέπει
να εφαρμοστεί
ένα σχέδιο σωστής
διαχείρισης αυτών.
Καταρχήν θα πρέπει
να ληφθούν δασοπονικά
μέτρα για την βελτίωση
της υγιεινής και
ευρωστίας των συστάδων, να υποκινηθεί
η παραγωγικότητά
τους και να αποφευχθούν
οι αιτίες της κακής
ανάπτυξης, έτσι
ώστε να αποτραπεί
η ενεργοποίηση
και ανάπτυξη δευτερευόντων
οργανισμών. Η διατήρηση
της ποικιλίας
των ειδών και των
τύπων συστάδων είναι εξίσου σημαντική
για μια αποτελεσματική
καταπολέμηση
των βιοτικών απειλών.
Οι τεχνολογίες
διαχείρισης δασών
θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν
ευρύτερα ως το
πρώτο βήμα
μετατόπισης από
την μερική εκμετάλλευση
του δάσους για
υλοτομία στην
βιώσιμη χρήση
του. Αν και υπάρχουν
πολλές αναπάντητες
ερωτήσεις για
τα πραγματικά
συστήματα βιώσιμης
διαχείρισης των
δασών, υπάρχουν
ωστόσο πολλές
γνωστές πρακτικές
που μπορούν να
εφαρμοστούν σε
μεγαλύτερο βαθμό,
να βελτιώσουν
τη διαχείριση
και να μειώσουν
την υποβάθμιση
των δασών και την
ευαισθησία τους
στην ερημοποίηση. Μια πρόσφατη
έκθεση κατέγραψε
σε γενικά πλαίσια
τα κενά και τις
προτεραιότητες
για την προώθηση
της βιώσιμης διαχείρισης
και ανάπτυξης
των δασών. Ενδεικτικά
αναφέρονται οι
ακόλουθες προτεραιότητες:
προώθηση πολυ-λειτουργικών
στόχων, ενίσχυση
σύνδεσης μεταξύ
βραχυπρόθεσμων
και μακροπρόθεσμων
στρατηγικών, παρακολούθηση
βασισμένη σε κριτήρια
και δείκτες, προώθηση
και παροχή κινήτρων
στους ιδιοκτήτες
δασικής γης, ανάπτυξη
δασικών επιχειρήσεων
και αγορών, βελτίωση
της δημόσιας διοίκησης,
ενίσχυση των πολλαπλών
δραστηριοτήτων
των δασικών επιχειρήσεων,
ενίσχυση της έρευνας,
εκπαίδευσης και
ενημέρωσης (EOFM, 2000). Η βιώσιμη
διαχείριση των
δασών περιλαμβάνει
την στήριξη διαφόρων
θεμάτων της λειτουργίας
των δασών όπως
η διατήρηση της
βιοποικιλότητας,
η διατήρηση των
εδαφικών και υδατικών
πόρων και και η
παραγωγή ξυλείας.
Η επίδραση
της βόσκησης. Τα κατοικίδια
ζώα μειώνουν την
ικανότητα ανανέωσης
της βλάστησης
εξαιτίας της εντατικής
βόσκησης και της
συμπίεσης του
εδάφους. Τα μεγάλα
σπονδυλωτά φυτοφάγα
ζώα αποτελούν
ένα σημαντικό
κρίκο στην επίγεια
διατροφική αλυσίδα,
εξαιτίας της επίδρασής
τους στην φυτική
βιοποικιλότητα
και στην φυτική
θρεπτική αξία.
Στα συστήματα
χαμηλής παραγωγικότητας,
η συνεχής υπερβόσκηση
από μεγάλα σπονδυλωτά
μπορεί να μεταβάλει
τις σχέσεις μεταξύ
των φυτών, για
παράδειγμα να
προκαλέσει ανταγωνισμό
μεταξύ των φυτών
για φως και θρεπτικά στοιχεία, διαταράσσοντας
έτσι σημαντικές
οικολογικές διαδικασίες
όπως ο θρεπτικός
κρίκος εδάφους-φυτού.
Η βόσκηση και ή
συμπίεση του
εδάφους από τα
σπονδυλωτά ενέχει,
ως εκ τούτου, τη
δυνατότητα αλλαγής
της βιοποικιλότητας.
Στα πιο παραγωγικά
οικοσυστήματα,
η βόσκηση μπορεί
να αυξήσει τον
αριθμό των φυτικών
ειδών απομακρύνοντας
τους μεγάλους
ανταγωνιστές,
παρέχοντας έτσι
περιθώριο για
την ανάπτυξη λιγότερο
ανταγωνιστικών
ειδών. Αντίθετα,
στα οικοσυστήματα
χαμηλής παραγωγικότητας,
όπως πολλές αλπικές
ζώνες και η αρκτική
τούντρα, η εντατική
βόσκηση μπορεί
να μειώσει τον
αριθμό φυτικών
ειδών και την βιοποικιλότητα.
Η οικολογική επίδραση
της βόσκησης
δεν καθορίζεται
μόνο από την παραγωγικότητα
του οικοσυστήματος,
αλλά επίσης από
τον τύπο του ζώου,
το ρυθμό φυτοφαγίας
και το ιστορικό
βόσκησης. Η υπερβόσκηση
συχνά θεωρείται
υπεύθυνη για
την παγκόσμια
ερημοποίηση, πράγμα
το οποίο είναι
εν μέρει αλήθεια,
εξαρτάται όμως
από την περίπτωση.
Σίγουρα εξαρτάται
από την ένταση
της βόσκησης (
μικρή, μεγάλη,
πολύ έντονη και
καταστροφική)
και επίσης από
την διάρκεια της
βόσκησης, η οποία
μπορεί να μετρηθεί
σε μήνες, χρόνια,
δεκαετίες ή ακόμη
και αιώνες. Πέρα
από τις παρατεταμένες
ξηρασίες, ένας
αποδεκτός ρυθμός
βόσκησης μπορεί
να προκαλέσει
προσωρινά υπερβόσκηση
σε μερικά χρόνια
εξαιτίας των διακυμάνσεων
της παραγωγικότητας
του τόπου. Ζημιά
στην βλάστηση,
αν προκληθεί, συνήθως αποκαθιστάται
με φυσικές διεργασίες.
Η πυκνότητα βόσκησης
παράλληλα με τα
συστήματα διαχείρισης
που καταλήγουν
σε διαρκή καταστροφική
βόσκηση είναι
βασική αιτία ερημοποίησης
των βοσκότοπων.
Η διεργασία ερημοποίησης
επιταχύνεται
όταν αυτές οι πρακτικές
διατηρούνται
κατά τη διάρκεια
ξηρασίας και σε
ορισμένες εποχές
όπου τα φυτά είναι
πολύ ευαίσθητα
στην εκμετάλλευση.
Η καταστροφική
βόσκηση επίσης
προκαλεί χαμηλή παραγωγικότητα
και πολλοί ιδιοκτήτες
γης το έχουν αντιληφθεί.
Αυτό συμβαίνει
περισσότερο στην
δημόσια ή κοινοτική
γη όπου δεν υπάρχει
κεντρικός έλεγχος,
σε αντίθεση με
την ιδιωτική γη. Ο ρόλος
της διαχείρισης
δασών. Ο ρόλος της διαχείρισης
των δασών είναι
να διατηρήσει
μια ικανή επαύξηση
των δασικών πόρων
και να ενθαρρύνει
τις παραγωγικές
λειτουργίες των
δασών (ξυλεία και
άλλες). Οι πρακτικές
διαχείρισης των
δασών προστατεύουν
την ποσότητα και
ποιότητα των δασικών
πόρων μεσοπρόθεσμα
και μακροπρόθεσμα
με το να εξισορροπούν
τα επίπεδα καλλιέργειας
και να προωθούν
τεχνικές που ελαχιστοποιούν
την άμεση ή έμμεση
ζημία στο δάσος,
το έδαφος και τους
υδάτινους πόρους.
Τα κατάλληλα δασοπονικά
μέτρα αυξάνουν
το απόθεμα των
φυσικών πόρων - βραχυπρόθεσμα
ή μακροπρόθεσμα
– σε βαθμό που
είναι οικονομικά,
οικολογικά, και
κοινωνικά επιθυμητό.
Οι πρακτικές διαχείρισης
δασών επιτυγχάνουν
την καλύτερη χρήση
των φυσικών δομών
και διαδικασιών
και χρησιμοποιούν
αποτρεπτικά βιολογικά
μέτρα όπου και
όσο είναι οικονομικά
εφικτή η διατήρηση
και ενίσχυση της
υγιεινής και
ανθεκτικότητας
των δασών. Ένας
επαρκής αριθμός
γενετικών ειδών
και η ποικιλομορφία
θα πρέπει να ενθαρρυνθούν
και/ή να διατηρηθούν
ώστε να ενισχύσουν
την σταθερότητα,
ανθεκτικότητα,
και ικανότητα
αντοχής των δασών
στους αρνητικούς
περιβαλλοντικούς
παράγοντες και
επίσης τους φυσικούς
ρυθμιστικούς
μηχανισμούς. Οι πρακτικές
διαχείρισης δασών
προωθούν την ποικιλία
οριζόντιων και
κάθετων δομών,
όπως οι συστάδες
διαφόρων ηλικιών
και την ποικιλία
ειδών όπως οι μεικτές
συστάδες. Όπου
είναι εφικτό, οι
πρακτικές θα πρέπει
επίσης να στοχεύουν
στην διατήρηση
και ανανέωση της
ποικιλίας του
τοπίου. Οι γεωργικές
επιχειρήσεις
θα πρέπει να γίνονται
με έναν τρόπο που
δεν προκαλεί διαρκή
καταστροφή στα
οικοσυστήματα.
Επίσης, όπου είναι
εφικτό, θα πρέπει
να λαμβάνονται
πρακτικά μέτρα
για την βελτίωση
ή διατήρηση της
βιολογικής ποικιλομορφίας. Πρωταρχικοί
στόχοι στον σχεδιασμό
της διαχείρισης
των δασών είναι:
Η κατάσταση
παγκοσμίως. Η αποψίλωση είναι
προϊόν αλληλεπίδρασης
πολλών περιβαλλοντικών,
κοινωνικών, οικονομικών,
πολιτισμικών
και πολιτικών
δυνάμεων που λειτουργούν
σε κάθε περιοχή.
Στις περισσότερες
περιπτώσεις, η
αποψίλωση είναι
μια διαδικασία
που εμπεριέχει
έναν ανταγωνισμό
μεταξύ διαφορετικών
χρηστών γης για
τους ανεπαρκείς
πόρους, μια διαδικασία
που ενισχύεται
από αντιπαραγωγικές
πολιτικές και
ανίσχυρους θεσμούς.
Η αποψίλωση δημιουργεί
πλούτο σε ορισμένους,
προκαλεί στερήσεις
σε άλλους και σχεδόν
πάντα επιφέρει
σοβαρές συνέπειες
για το περιβάλλον.
Η αποψίλωση είναι
ένας σημαντικός
παράγοντας στην
παγκόσμια υπερθέρμανση,
αλλά η συμβολή
της σε σχέση με
άλλους παράγοντες
δεν είναι ακριβώς
γνωστή. Η πρωταρχική
αιτία της υπερθέρμανσης
είναι οι μεγάλες
εκπομπές αερίων του
θερμοκηπίου στις
βιομηχανικές
περιοχές κυρίως
από την καύση φυσικών
καυσίμων. Θεωρείται
ότι επιπλέον 2.000
εκατομμύρια τόνοι
ή περίπου το 25 % των
συνολικών εκπομπών
διοξειδίου του
άνθρακα είναι
συνέπεια της αποψίλωσης
και των πυρκαγιών
στα δάση (WCFSD, 1997). Σε περιφερειακό
επίπεδο, η αποψίλωση
διαταράσσει καιρικά
συστήματα, προκαλώντας
θερμότερο και
ξηρότερο καιρό.
Βασισμένοι
στις πιο πρόσφατες
μετρήσεις για
τα επίπεδα αποψίλωσης
και θεωρώντας
ότι το 75 % της απώλειας
των δασών οφείλεται
στην εξάπλωση
της γεωργίας, εκτιμάται
ότι τα επόμενα
25 χρόνια ο αγροτικός
τομέας θα χρειαστεί
επιπλέον 250 με 300
εκατομμύρια εκτάρια
νέας γης για να
εξυπηρετήσει
τις απαιτήσεις
της εμπορικής
γεωργίας, τις επιδοτούμενης
καλλιέργειες, την ανάπτυξη
των βοσκοτόπων
και της κτηνοτροφίας.
Το μεγαλύτερο
μέρος αυτής της
αύξησης θα γίνει
σε βάρος των τροπικών
δασών. Ο αγροτικός
τομέας πρέπει
να αναζητήσει
επιτρεπτές εναλλακτικές
λύσεις. Κάθε
προσπάθεια καταπολέμησης
της αποψίλωσης
πρέπει να βασιστεί
στην πλήρη κατανόηση
των παραγόντων
αποψίλωσης και
των άμεσων και
έμμεσων αιτιών
της. Ενώ τα δάση
θα συνεχίζουν
να καταστρέφονται
για δεκαετίες
ακόμα, είναι πολύ
σημαντικό η εκστρατεία
κατά της αποψίλωσης
να γίνει με τον
πιο ορθολογικά
δυνατό τρόπο, όπως
της βελτιωμένης
προστασίας και
διαχείρισης των
υπόλοιπων δασών,
της ανάπτυξης
βιώσιμων κοινωνικο-οικονομικών
προγραμμάτων,
και την θέσπιση
πολιτικών και
θεσμικών μεταρρυθμίσεων.
Η αποψίλωση μπορεί
να τεθεί υπό έλεγχο
(http://www.rcfa-cfan.org/english/issues.12-9.html). Η επίδραση
της πληθυσμιακής
αύξησης. Η ραγδαία πληθυσμιακή
αύξηση και απαίτηση
για καλύτερους
όρους διαβίωσης
έχουν επιφέρει
αύξηση στην εκμετάλλευση
των φυσικών πόρων
της γης, η οποία
με τη σειρά της
έχει οδηγήσει
σε ταχεία καταστροφή
του τοπίου. Είναι
προφανές ότι σε
όλη την διάρκεια
της ανθρώπινης
ιστορίας, η ανθρωπότητα
έχει ασκήσει μεγάλη
πίεση πάνω στη
γη, ξεκινώντας
από τη χρήση της
φωτιάς από τον
προϊστορικό άνθρωπο
στην Παλαιολιθική
εποχή και το κάψιμο
μεγάλων εκτάσεων
δασικών περιοχών
για λόγους εγκατάστασης
και γεωργίας. (Pickering και Owen, 1997). Η ανθρώπινη
επίδραση πάνω
στη γη συμπεριλαμβανομένης
της καταστροφής
της φυσικής βλάστησης,
εξαιτίας της εγκατάστασης,
αστικοποίησης,
δημιουργίας δεξαμενών,
εξόρυξης ορυκτών,
γεωργίας και του
τουρισμού έχει
οδηγήσει σε μια
σειρά προβλημάτων
όπως: η παγκόσμια
κλιματική αλλαγή,
η ερημοποίηση,
η έλλειψη τροφής,
ο ανταγωνισμός
για γη και χώρο,
και το σημαντικότερο
η μείωση της βιοποικιλότητας.
Η εντατικοποίηση
της γεωργίας τον
20ό αιώνα προκάλεσε
αύξηση της πίεσης
λόγω υπερβόσκησης,
και καταστροφή
της βλάστησης,
που σημαίνει την
έκθεση της επιφάνειας
του εδάφους στον
αέρα και τη βροχή.
Η διάβρωση του
εδάφους κατέστη
ένα σημαντικό
πρόβλημα στο βαθμό
που προκαλεί την
αφαίμαξη των τροφών,
την πιθανότητα
φυσικών καταστροφών
κατά την διάρκεια
περιόδων ισχυρών
βροχοπτώσεων
ή ακόμη ερημοποίηση
(World Resource Institute, 2002). Η διατήρηση
κατοικίδιων ζώων
έχει πολλές αρνητικές
συνέπειες ειδικά
όταν τα ζώα είναι
μη-γηγενή στην
περιοχή εισαγωγής.
Ανθρώπινες δραστηριότητες
όπως η σκόπιμη
καταστροφή της
βλάστησης για
την άντληση φυσικών
πόρων ή την δημιουργία
οικισμών έχουν
προκαλέσει προβλήματα
παγκοσμίως.
περίπτωση
της αποψίλωσης,
έτσι και για την
ερημοποίηση την
ευθύνη μεταξύ
άλλων φέρει η αύξηση
και εξάπλωση του
πληθυσμού (http://www.munfw.org/archive/45th/csd1.htm). Η αποψίλωση οφείλεται
στην απόφαση του
ανθρώπου να επεκτείνει
τις καλλιέργειες
και τις αγροτικές
εκμεταλλεύσεις
προκειμένου να
αντιμετωπίσει
τις αυξανόμενες
ανάγκες ενός ολοένα
και μεγαλύτερου
πληθυσμού. Η υποβάθμιση
και απώλεια δασών
που προήλθαν από
την απρογραμμάτιστη
εξάπλωση των δραστηριοτήτων
του ανθρώπου μέσα
στη δασική γη είναι
πολύ δύσκολο να
υπολογιστεί ποσοτικά.
Η κρίση των παραδοσιακών
γεωργικών πρακτικών
καλλιέργειας
και η εγκατάλειψη
μεγάλων εκτάσεων,
η εντατική εκμετάλλευση
των υδάτινων πόρων
και η συγκέντρωση
των οικονομικών
δραστηριοτήτων
στις παράκτιες
περιοχές, οι νέες
αστικές περιοχές,
ο εντατικός τουρισμός
και η γεωργία ασκούν
αρνητικές επιπτώσεις
στις διεργασίες
της ερημοποίησης.
Η καταστροφή των
δασών και η μετατροπή
σε γεωργική παραγωγική
γη για τον σταθερά
αυξανόμενο πληθυσμό
είναι ίσως η πιο
σημαντική απειλή
αποψίλωσης στις
αναπτυσσόμενες
χώρες. Ο εντεινόμενος
ανταγωνισμός
για εξασφάλιση
τροφής και χώρου
απειλεί με εξαφάνιση
την εναπομένουσα
και ευαίσθητη
χλωρίδα και πανίδα
των φτωχών περιοχών.
Η εκμετάλλευση
των δασικών πόρων
του κόσμου ώστε
να αντιμετωπιστούν
οι βασικές ανάγκες
του πληθυσμού
για βασικά και
δευτερεύοντα
προϊόντα επηρεάζει
σε σημαντικό βαθμό
την δασική υποβάθμιση
και καταστροφή.
Πιο σημαντικό
όμως απ΄ όλα είναι,
σε ορισμένες
τροπικές χώρες,
η εμπορία δασικής
γης με σκοπό την
εξασφάλιση ξένου
συναλλάγματος. Αποψίλωση
και αλλαγή του
κινδύνου διάβρωσης. Η αποψίλωση σε
λοφώδεις περιοχές
συχνά μειώνει
την ικανότητα
διήθησης του νερού
και συνεπώς προκαλεί
μεγαλύτερη υδατική
απορροή μετά τις
βροχοπτώσεις,
και πλημμύρες
αιχμής. Κυρίως,
συντελεί στην
επιταχυνόμενη
διάβρωση του εδάφους,
στο σχηματισμό
χαραδρών και ρεμάτων,
στον κίνδυνο πλημμύρων,
την συσσώρευση
ιζημάτων σε φράγματα
και συστήματα
άρδευσης. Για παράδειγμα,
η αποψίλωση στα
Ιμαλάια συνδέθηκε
με φαινόμενα διπλασιασμού
του πλάτους των
χειμάρρων από
το 1990, κι ένα οικονομικό
κόστος αποκατάστασης
μεγαλύτερο του
1 δις δολάρια ΗΠΑ (Government of India, 1983).
Η αναδάσωση
των απογυμνωμένων
λοφωδών περιοχών
θα μπορούσε να
ελαχιστοποιήσει
τις απορροές αιχμής,
να μειώσει τον
κίνδυνο πλημμύρων,
να προστατεύσει
τα εδάφη και να
εμποδίσει την
συσσώρευση ιζημάτων
σε φράγματα, και
να περιορίσει
τον σχηματισμό
χαραδρών και κατολισθήσεων.
Πρόσφατες μελέτες αναφέρουν
έως 500 φορές μεγαλύτερη
διάβρωσης σε γεωργική
γη σε σύγκριση
με δασική έκταση
(Maass
et al., 1988). Η παρουσία φυτικών
υπολειμμάτων
είναι άκρως σημαντική
για την αύξηση
της διήθησης του
νερού στο έδαφος
και την ελαχιστοποίηση
των εδαφικών απωλειών
εξαιτίας της επιφανειακής
απορροής. Τα δάση
γενικά αναμένεται
να συγκρατήσουν
περισσότερο νερό
(το άθροισμα διαπνοής
και εξάτμισης
του νερού που συγκρατείται
από την κώμη του
φυτού) από ότι
οι γεωργικές καλλιέργειες,
το γρασίδι, ή η
φυσική βλάστηση
μικρού κύκλου
ανάπτυξης. Αυτή
η επίδραση μπορεί
να οφείλεται στην
μεγαλύτερη απώλεια
νερού κατά την
συγκράτηση από
την κώμη, ειδικά αν το
φυλλώμα των δέντρων
είναι υγρό για
ένα μακρά διάρκεια
του έτους (Calder, 1990) ή, στις
ξηρότερες περιοχές,
όπου το καλώς ανεπτυγμένο
σύστημα ριζών,
επιτρέπει την
προσρόφηση νερού
κατά τη διάρκεια
παρατεταμένων
ξηρών περιόδων. g Παραδείγματα
αποψίλωσης στις
Μεσογειακές περιοχές. g Κατώτερη περιοχή
Alentejo, Πορτογαλία Σύμφωνα με
διασωθείσες περιγραφές
περιηγητών και
κείμενα ιστορικών
στους προηγούμενους
αιώνες, ο δήμος
Mértola καλυπτόταν είχε
μεγάλες περιοχές χαμηλής
βλάστησης και
ανοιχτά δάση με
κύρια φυτικά είδη
δρυός Quercus ilex και Quercus suber.
νάλυση ιστορικών
κειμένων προκύπτουν
οι διάφορες φάσεις
αποψίλωσης των
δασών. Μία από
τις πιο σημαντικές
ήταν κατά τη διάρκεια
του 17ου αιώνα
όταν δάση εκχερσώθηκαν
για την καλλιέργεια
σιτηρών. Το γεγονός
αυτό οφείλεται
στην σημαντική
πληθυσμιακή αύξηση
που παρατηρήθηκε
σε συνοριακές
περιοχές Πορτογαλίας-Ισπανίας
όταν εβραίοι διωγμένοι
από τους Ισπανούς
αναζήτησαν στην
Πορτογαλία χώρο
για την δημιουργία
νέων οικισμών. Μια άλλη περίοδο
μεγάλης καταστροφής
της φυτοκάλυψης
συμπίπτει με την
ανάπτυξη του
ορυχείου São Domingos. Οι θάμνοι και τα
δέντρα χρησιμοποιήθηκαν
για την παραγωγή
κάρβουνου. Παρόμοιες
καταστάσεις παρατηρήθηκαν
κατά τη διάρκεια
των δύο παγκόσμιων
πολέμων όταν, εξαιτίας
της έλλειψης καύσιμης
ύλης, η παραγωγή
κάρβουνου ήταν
υψίστης σημασίας,
οδηγώντας στην
σχεδόν ολοκληρωτική
καταστροφή της
φυσικής δενδρώδης
βλάστησης.
πιο συνήθης
περίπτωση αποψίλωσης
είναι η καταστροφή
της θαμνώδους
βλάστησης για
την καλλιέργεια
σιτηρών και για
τη δημιουργία
βοσκότοπων. Είναι
σημαντικό να σημειώσουμε
ότι η καταστροφή
των δασών (Quercus ilex και Q. suber) απαγορεύεται
αυστηρά από το
νόμο. ** awaiting input g Λεκάνη Agri, Ιταλία Η Λεκάνη Agri είναι
μία από τις μεγαλύτερες
υδρογραφικές
λεκάνες στην Περιφέρεια
Basilicata της νότιας Ιταλίας.
Εκτείνεται με
κατεύθυνση ΒΔ-ΝΑ
από τα ανατολικά
της Λουκάνιας
Απέννινης Οροσειράς
προς το Ιόνιο Πέλαγος
(Ferrara et al.,
1996). Η Λεκάνη Agri μπορεί να διαιρεθεί
σε τρεις υπο-περιοχές,
Άνω, Μέση και Κάτω
Λεκάνη. Ο διαχωρισμός
αυτών των περιοχών
στηρίζεται αφενός
μεν στα φυσικά-περιβαλλοντικά,
κοινωνικο-οικονομικά
και δημογραφικά
χαρακτηριστικά
τους, αφετέρου
δε στον τρόπο ανάπτυξης
των οικισμών
και των χρήσεων
γης.
άνη Agri χαρακτηρίζεται
ως λοφώδης με πολλούς
καλλιεργούμενους
αναβαθμούς, ενώ
είναι αρκετά καλυμμένη
με δάση και αρκετή
φυτοκάλυψη που
εμποδίζει και
μειώνει τον κίνδυνο
της διάβρωσης.
Ως εκ τούτου, οι
κατολισθήσεις
στην περιοχή είναι
περιορισμένες
τοπικά (π.χ. στον
δήμο Montemurro). Η γεωργική δραστηριότητα
περιλαμβάνει
βιολογικές καλλιέργειες,
όπως οπωροφόρα
δέντρα και καλαμπόκι.
Η διάβρωση
του εδάφους εξαιτίας
της επιφανειακής
απορροής του
νερού δημιουργώντας
χαραδρώσεις
και υποβαθμισμένες
περιοχές, είναι
ιδιαίτερα εμφανής
στην Μέση Agri, στην οποία επικρατούν
φλύσχης και ψαμμίτης.
Εντούτοις, η διάβρωση
αυτή δεν οφείλεται
μόνο στη φύση του
εδάφους, το οποίο
είναι αργιλλώδες
και αναπτύσσεται
σε μάργες, αλλά επίσης και
στην αποψίλωση
των δασών. Η αστάθεια
της γης είναι ιδιαίτερα
εμφανής κατά τις
βραχείς περιόδους
των ισχυρών βροχοπτώσεων.
Οι λόφοι καλύπτονται
από βοσκοτόπια,
οπωροφόρα δέντρα
και αμπέλια, ενώ
σε χαμηλότερο
υψόμετρο καλλιεργούνται
ελιές. Για να ερμηνεύσουμε
τις αλλαγές της
χρήσης γης θα πρέπει
να λάβουμε υπόψη
τις πολιτικές
παρεμβάσεις που
έγιναν στην περιοχή
τα τελευταία 60
χρόνια. Την δεκαετία
του 1950 ξεκίνησε
μια σειρά πρωτοβουλιών
για τη Ν. Ιταλία
με φορέα το CASMEZ (Εθνικό
Οικονομικό Όργανο
για την προώθηση
ενός μεγάλου προγράμματος
δημοσίων έργων
στην γνωστή ως
"Mezzogiorno" Ιταλία). Θεωρήθηκε
αναγκαίο να «αποκατασταθούν
οι νότιες περιοχές,
με την ανάπλαση
του τοπίου, την
υλοποίηση δημοσίων
έργων, την βελτίωση
και προστασία
των εδαφών και
την κατασκευή
αρδευτικών έργων
προκειμένου να
μειωθεί η υδρογεωλογική
αστάθεια». Από
αυτή την άποψη,
ένα μεγάλο μέρος
της δραστηριότητας
του CASMEZ αυτά τα χρόνια
ήταν η δασοπονία,
και ειδικά η προστασία
του εδάφους και
των υδάτινων πόρων,
η αποψίλωση, χωρίς
ωστόσο να παραβλέπεται
και ο στόχος της
απασχόλησης.
δεκαετία του
1960 η πολιτική αυτή
παρείχε μια «βιώσιμη
και ισορροπημένη
διαχείριση της
γης» η οποία, κινητοποιώντας
όλο το διαθέσιμο
δυναμικό, υλοποίησε
ένα σημαντικό
αναπτυξιακό σχέδιο.
Εντούτοις, η ανάπλαση
του τοπίου και
η βελτίωση των
εδαφών δεν είχαν
πάντα θετικά αποτελέσματα.
Σε ορισμένες περιπτώσεις,
όπως το Policoro (Κάτω
Agri),
ο ρυθμός αυτής
της ανάπλασης
σε συνδυασμό
με την ανάπτυξη
των πεδινών περιοχών
κατά μήκος των
ακτών, συνετέλεσαν
σε εκτενή αποψίλωση
αυτών των περιοχών
για λόγους ανάπλασης
του τοπίου, σε
τέτοιο βαθμό που
σήμερα έχουν απομείνει
μόνο 500 εκτάρια
δάσους (Δάσος Pantano Sottano, το τελευταίο φυσικό
πεδινό δάσος στη
νότια Ιταλία, συμπεριλήφθηκε
στον κατάλογο
των περιοχών Natura 2000). Όσον αφορά την
αποψίλωση, η Κάτω
και Μέση Λεκάνη
που χαρακτηρίζονται
από μικρής έκτασης
δάση και λιγότερο
ευνοϊκές κλιματικές
συνθήκες, και υφίστανται
μια αργή και συνεχής
μείωση της δασικής
έκτασης. Την θέση
τους δάσους καταλαμβάνουν
καλλιέργειες
και ο φυσικός ρόλος
του περιορίζεται.
Η κύρια αιτία
αποψίλωσης και
υποβάθμισης των
δασών στην Λεκάνη
Agri είναι οι πυρκαγιές.
Από άποψη συχνότητας
και έκτασης, οι
πυρκαγιές αποτελούν
σοβαρό πρόβλημα
για την περιοχή,
η οποία ήδη παρουσιάζει
φαινόμενα υποβάθμισης
και ερημοποίησης
Στην Λεκάνη Agri, την
περίοδο 1990-1995, 1.327 εκτάρια
δασικής έκτασης
κάηκαν από 304 φωτιές,
η πλειονότητα
των οποίων ήταν
συστάδες πλατύφυλλων
δέντρων σε μεγάλα
υψόμετρα. Αυτό
μεταφράζεται
σε 3,88% του συνόλου
της δασικής περιοχής
της Λεκάνης και
σε 13,41% του συνολικού
αριθμού των πυρκαγιών
που καταγράφθηκαν
στην Περιφέρεια.
Οι πυρκαγιές
στην Λεκάνη Agri ακολουθούν
ένα συγκεκριμένο
μοντέλο που απαντάται
σε πολλές άλλες
μεσογειακές περιοχές
και ειδικότερα
οι περισσότερες
πυρκαγιές εμφανίζονται
σε περιοχές με
τον χαμηλότερο
δείκτη δάσους.
Στην Λεκάνη Agri οι πυρκαγιές επηρεάζουν κυρίως
περιοχές με δείκτη
δάσους έως 20%, δηλαδή
θαμνώδεις περιοχές
ή δασικές περιοχές
χαμηλής παραγωγικότητας. g Νήσος Λέσβος, Ελλάδα Η Λέσβος, η οποία
βρίσκεται στο
Αιγαίο πέλαγος
και έχει έκταση
163.429 εκτάρια, μπορεί
να αποτελέσει
τυπικό παράδειγμα
στην ανάλυση της
εξέλιξης χρήσεων
γης και περιβαλλοντικών
μεταβολών που
συνέβησαν τα
τελευταία 5.000 χρόνια
στην Μεσόγειο.
Το νησί έχει μια
μακρά ιστορία
με τα πρώτα ίχνη
των μεταβολών
να χάνονται στο
παρελθόν ή κρύβονται
πίσω από μύθους.
Τα πρώτα γραπτά
κείμενα που αναφέρονται
στην Λέσβο αποδεικνύουν
ότι το νησί καλυπτόταν
από πυκνά δάση,
αλλά η γη έπειτα
από 4.000 χρόνια πιέσεων
από τον άνθρωπο
υπέστη σοβαρή
υποβάθμιση ενώ
σε ορισμένα μέρη
και ερημοποίηση.
προϊστορική
περίοδο η Λέσβος
καλυπτόταν ολόκληρη
από πυκνά δάση.
Το γεγονός αυτό
επιβεβαιώνεται
από την πρώτη ονομασία
του νησιού, «Λασία»
που σημαίνει «περιοχή
γεμάτη από πυκνά
δάση». Η Λέσβος
πιθανόν να είχε
τα ίδια είδη βλάστησης
με τα σημερινά,
όμως η κατανομή
τους στο νησί ήταν
διαφορετική. Τους
αρχαίους χρόνους,
τα πευκοδάση
καταλάμβαναν
το κεντρικό και
νοτιοδυτικό τμήμα
της νήσου και οι
δρυς τα βορειοδυτικά
και νότια μέρη
(Tsimis et al, 1996).
Στα ποιήματα
της Σαπφούς (612 π.
Χ.), οι αναφορές
στην βλάστηση
αποδεικνύουν
ότι δάσος δρυός
υπήρχε στην περιοχή
γύρω από την Ερεσό,
στο δυτικό τμήμα
της νήσου. Ο Αλκαίος
(630 π.Χ.) αναφέρεται
στα ποιήματά του
για την μακρά περίοδο
της εξορίας του
στο πυκνό δάσος
της Μέσσα (νοτιοδυτικό
μέρος του νησιού),
το οποίο ήταν γεμάτο
από άγρια ζώα όπως
λύκους. Σήμερα
η περιοχή αυτή
είναι πολύ υποβαθμισμένη
με μόνο μερικά
ίχνη εναπομεινάντων
δασών. Κατά την ρωμαϊκή
περίοδο οι κύριες
οικονομικές δραστηριότητες
ήταν η γεωργία
και το εμπόριο.
Η ολοένα μεγαλύτερη
ζήτηση των αγροτικών
προϊόντων από
ένα διαρκώς αυξανόμενο
πληθυσμό προκάλεσε
υπερεκμετάλλευση
και υπερβόσκηση
της γης. Την ίδια
περίοδο ξεκίνησε
η συνεχής εκχέρσωση
των δασών, όπου
το ξύλο χρησιμοποιούνταν
ως καύσιμο και
κατασκευαστικό
υλικό για πλοία.
Τα ιστορικά κείμενα
φανερώνουν ότι
τα βουνά ήταν ακόμη
καλυμμένα από
πυκνά δάση με άγρια
ζωή. Τα βοσκοτόπια
εκτείνονταν στις
λοφώδεις περιοχές
και τα σπίτια περιτριγυρίζονταν
από αμπέλια και
δενδρόκηπους
με οπωροφόρα. Τα
βοσκοτόπια ήταν
κυρίως στη δυτική
πλευρά του νησιού
μετά την εκχέρσωση
των υπαρχόντων
πευκοδασών και
δρυοδασών. Οι ελαιώνες
βρίσκονταν κυρίως
σε χαμηλά υψόμετρα
ή σε ελαφρώς επικλινείς
περιοχές στο ανατολικό
τμήμα του νησιού.
Την βυζαντινή
περίοδο (3ος –15ος
αιώνες), η οικονομία
του νησιού στηριζόταν
σε μεγάλο βαθμό
στην γεωργία, κι
ως εκ τούτου σημειώθηκαν
σημαντικές αλλαγές
στους τύπους χρήσης
γης και υπερεκμετάλλευση
των εδαφικών πόρων.
Τα βοσκοτόπια
εξαπλώθηκαν πολύ,
περιορίζοντας
τα δρυοδάση (κυρίως)
και τα πευκοδάση.
Τα δρυοδάση μειώθηκαν
δραματικά με την
επέκταση της καλλιέργειας
σιτηρών ή γρασιδιών
για τα ζώα. Οι ελαιώνες
εξαπλώθηκαν σε
βάρος των πευκοδασών
και οι αμπελώνες
επίσης επεκτάθηκαν
για να παράγουν
ένα από τα πιο
φημισμένα κρασιά
στην βυζαντινή
αυτοκρατορία. Συνοψίζοντας
τις περιγραφές
περιηγητών της
περιόδου 15ος-19ος
μΧ, παρατηρούμε
ότι στη Λέσβο υπήρξε
αύξηση των βοσκοτόπων
και περιορισμός
των πευκοδασών
με στόχο την ικανοποίηση
των κτηνοτροφικών
και ναυπηγικών
αναγκών. Το πευκοδάσος
στα δυτικά του
νησιού μετατράπηκε
σε μεικτό δάσος
και βοσκότοπους,
ενώ το πευκοδάσος
στην ανατολική
πλευρά μειώθηκε
εξαιτίας της εξάπλωσης
των ελαιώνων. Στο
βόρειο τμήμα, η
κτηνοτροφία αποτελούσε
σημαντική οικονομική
δραστηριότητα
και τα βοσκοτόπια
αυξήθηκαν καταστρέφοντας
τα δρυοδάση. Οι ελαιώνες
εξαπλώθηκαν σημαντικά
στην ανατολική
και νότια περιοχή
του νησιού, καταστρέφοντας
κυρίως τα πευκοδάση
και την κτηνοτροφική
γη. Οι κάτοικοι
συνήθιζαν να μπολιάζουν
τις άγριες ελιές
που βρίσκονταν
στα πευκοδάση
κι έτσι σταδιακά
αναπτύχθηκε η
ζώνη με τους ελαιώνες
στο νησί. Μια συγκριτική
ανάλυση της εξέλιξης
της χρήσης γης
από την αρχαία
περίοδο έως τον
19ο αιώνα εμφανίζει
δραματικές αλλαγές
στην χρήση γης.
Στην αρχαία περίοδο
η δασική και κτηνοτροφική
γη κάλυπτε 50% και
23% της συνολικής
περιοχής, αντίστοιχα,
ενώ η γεωργική
γη ήταν μόνο το
ένα τέταρτο της
περιοχής (22%). Αντίθετα,
η δασική γη μειώθηκε
σημαντικά σε λιγότερο
από μισό (23,9%), ενώ
τα βοσκοτόπια
το 1886 αυξήθηκαν
από 23% σε 37,2%. Φυσικά,
η κτηνοτροφική
γη αυξήθηκε στο
νησί αντικαθιστώντας
την χαμηλής οικονομικής
αποδοτικότητας
γεωργική γη. Η μεγάλη αλλαγή
στην γεωργική
γη συνέβη κυρίως
στην περιοχή που
καλύπτονταν από
ελαιώνες. Η περιοχή
αυτή αυξήθηκε
από 2% την αρχαία
περίοδο σε 26,9% το
1886. Οι ελαιώνες εξαπλώθηκαν
με την αποψίλωση
πευκοδασών και
δρυοδασών.
τις προηγούμενες
περιόδους, έτσι
τον περασμένο
αιώνα σημειώθηκαν
στην Λέσβο μεγάλες
αλλαγές στην χρήση
γης (Kosmas et al.,
2000). Οι ελαιώνες εξαπλώθηκαν,
από ποσοστό 26,9% σε
41,2% της συνολικής
έκτασης. Επιπλέον,
τα φυλλοβόλα δρυοδάση
εξαπλώθηκαν σημαντικά
από 2,2% σε 7,1% της περιοχής
εξαιτίας της παραγωγής
λαδιού που χρησιμοποιούνταν
στα βυρσοδεψεία
του νησιού. Η συνολική
έκταση από πευκοδάση
παραμένει σχεδόν
αμετάβλητη, αν
και η γεωγραφική
κατανομή έχει
αλλάξει. Τα πευκοδάση
έχουν αντικαταστήσει
τα φυλλοβόλα δρυοδάση
και τα βοσκοτόπια
εξαιτίας της μεγαλύτερης
ικανότητάς τους
να αναβλαστάνουν
μετά τις πυρκαγιές.
Η εξάπλωσή τους
επηρεάστηκε από
το βάθος του εδάφους
και το μητρικό
υλικό. Η αύξηση
της περιοχής με
ελιές, δρυς και
πεύκα σταθμίστηκε
μερικώς από την
μείωση των περιοχών
που χρησιμοποιούνταν
για βοσκοτόπια
(η περιοχή μειώθηκε
από 37,2% σε 22,6%.).
τους σημαντικότερους
παράγοντες υποβάθμισης
της γης στη Λέσβο
είναι οι πυρκαγιές
στα δάση. Οι πυρκαγιές
είναι συχνές στα
πευκοδάση τα τελευταία
πενήντα χρόνια.
Βεβαίως μεγάλες
φωτιές υπήρξαν
και στο παρελθόν.
Οι περισσότερες
πυρκαγιές οφείλονται
στην ανθρώπινη
αμέλεια. Η πλειοψηφία
των περιστατικών
παρατηρείται
σε περιοχές με
υψηλό ξηροθερμικό
δείκτη και έλλειψη
υγρασίας. Η ξηρότητα
του εδάφους και
η ταχύτητα του
ανέμου συνιστούν
τους κύριους παράγοντες
για την εξέλιξη
της πυρκαγιάς.
g Συνοπτικά η
αλληλεπίδραση
μεταξύ των δεικτών
Οι περιβαλλοντικοί
κίνδυνοι της ερημοποίησης
και αποψίλωσης,
αν και διαφορετικοί,
οφείλονται σε
κοινούς παράγοντες
και είναι αλληλοεξαρτώμενοι.
Συνεπώς έχουν
παρόμοιες επιπτώσεις
και λύσεις. νέκαθεν υπήρξαν
σημαντικά για
την επιβίωση του
ανθρώπου, την εξασφάλιση
τροφής, την οικονομική
ανάπτυξη και την
ευημερία. Σήμερα,
οι ανάγκες και
απαιτήσεις που
αντιμετωπίζει
το δασικό περιβάλλον
είναι πιο πιεστικές
από ποτέ εξαιτίας
της δημογραφικής
ανάπτυξης, των
περιβαλλοντικών
προβλημάτων, της
κοινωνικο-οικονομικής
ανάπτυξης και
της σημασίας των
πολιτιστικών
και πνευματικών
αξιών. Ως το πιο
σημαντικό επίγειο
οικοσύστημα, τα
δάση στηρίζουν
την ζωή μέσω της
βιοποικιλότητας,
της ρύθμισης του
κλίματος (κλιματικές
αλλαγές), της διατήρησης
των υδατικών και
εδαφικών πόρων,
κ.α. Την τελευταία
χιλιετία έχουν
πληγεί πολύ από
τον άνθρωπο, ιδιαίτερα
από την γεωργία,
την αστικοποίηση
και την χρήση φυσικών
πόρων. Έτσι, οι
διαδικασίες που
οδηγούν στην αποψίλωση
επηρεάζονται
από διάφορους
παράγοντες σχετικούς
με το φυσικό περιβάλλον,
την διαχείριση
και τα κοινωνικο-οικονομικά
χαρακτηριστικά
μιας περιοχής. Πολλές είναι
οι αιτίες της αποψίλωσης.
Η πρώτη και σημαντικότερη
αιτία είναι η υλοτομία.
Η ξυλεία πάντοτε
υπήρξε ένα πρωτεύον
δασικό προϊόν
για τον άνθρωπο
και την βιομηχανία.
Επειδή το ξύλο
είναι ένα σημαντικό
δομικό συστατικό
κάθε δάσους, η
αφαίρεσή του έχει
άμεσες επιπτώσεις
στην υγιεινή
του δάσους. Η εντατική,
μη-βιώσιμη υλοτομία
μπορεί να οδηγήσει
σε σοβαρή υποβάθμιση,
ανατρέποντας
την ικανότητα
του δάσους να επανέλθει
στην προηγούμενη
φυσική κατάσταση.
Οι πυρκαγιές επίσης
συμβάλουν στην
μείωση των δασών,
προκαλώντας ποικίλες
οικολογικές και
περιβαλλοντικές
επιπτώσεις, όπως
υποβάθμιση της
ποιότητας της
βλάστησης, μείωση
της βιοποικιλότητας,
αύξηση της εδαφικής
διάβρωσης, καταστροφή
της υγιεινής
των δασικών οικοσυστημάτων,
απώλεια άγριας
ζωής, ατμοσφαιρική
και ποτάμια ρύπανση
και γενική οικολογική
υποβάθμιση. Η αποψίλωση
έχει πολλές καταστροφικές
επιπτώσεις. Επηρεάζει
σημαντικά το κλίμα.
Το δάσος παίζει
μεγάλο ρόλο στον
υδρολογικό κύκλο,
ανακυκλώνοντας
τη βροχή και απελευθερώνοντας
στην συνέχεια
υδρατμούς στην
ατμόσφαιρα. Ως
εκ τούτου, όταν
καταστρέφεται
η βλάστηση και
απογυμνώνεται
το έδαφος, οι πλημμύρες
και η ξηρασία γίνονται
σοβαρά προβλήματα,
καθώς το βρόχινο
νερό φθάνει στο
έδαφος, χωρίς
το δάσος να μπορεί
να ρυθμίσει τη
ροή του, προκαλώντας
έτσι αυξημένη
επιφανειακή απορροή
και πλημμύρα κατά
την υγρή περίοδο
και λειψυδρία
την ξηρή περίοδο. Το κάψιμο και
κόψιμο των δασών
ενισχύει επίσης
το φαινόμενο του
θερμοκηπίου. Το
κάψιμο απελευθερώνει
διοξείδιο του
άνθρακα (CO2) στην ατμόσφαιρα,
επιδεινώνοντας
την υπερθέρμανση
του πλανήτη. Επιπλέον,
λιγότερα δάση
σημαίνει μείωση
της δέσμευσης
του CO2. Η αποψίλωση
αποστερεί τον
κόσμο από τα αναρίθμητα
είδη χλωρίδας
και πανίδας, καταστρέφει
ζωτική βιοποικιλότητα
και εξαφανίζει
φυτικά είδη με
δυνατότητες
χρήσεις στην ιατρική,
την γεωργία και
την βιομηχανία.
Η βιοποικιλότητα
είναι σημαντική
επειδή συμβάλει
στην ανθεκτικότητα.
Ένας κόσμος δίχως
βιοποικιλότητα
θα ήταν πιο ευπαθής
και πιθανόν να
ενίσχυε την κατάρρευση
των οικοσυστημάτων
που απώλεσαν είδη
ζωτικής σημασίας.
Έτσι, η μείωση
της βιοποικιλότητας,
σε συνδυασμό με
την κλιματική
αλλαγή, μπορεί
να τεθεί εκτός
ελέγχου και να
απειλήσει την
ευημερία του ανθρώπου. Οι συνέπειες
της αποψίλωσης
είναι οι κύριες
αιτίες για τις
ανησυχητικές
περιβαλλοντικές
διαδικασίες που
οδηγούν στην ερημοποίηση.
Μεταξύ των κύριων
αιτιών της υποβάθμισης
του εδάφους είναι:
η αποψίλωση, η
υπερβόσκηση, η
εντατικοποίηση
της καλλιέργειας,
η κακή στράγγιση
και η αλάτωση. Το
αν η γη θα αποψιλωθεί
από φυσικές ή ανθρωπογενείς
αιτίες μπορεί
να προβλεφθεί
με την αξιολόγηση
διαφόρων δεικτών
που αφορούν την
μειωμένη φυτοκάλυψη
και την υποβάθμιση
τους εδάφους, όπως
η εκχέρσωση της
δασικής γης, η
δασική πυρκαγιά,
η κτηνοτροφική
και γεωργική δραστηριότητα,
το επίπεδο δασικής
παραγωγικότητας,
η αλλαγή των κλιματικών
συνθηκών κ.α. Πολλοί
από αυτούς έχουν
αλληλο-εξάρτηση
και επίδραση
από τις τοπικές
συνθήκες.
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||