![]() |
DIS4ME | DIS4ME
βασική σελίδα
| DESERTLINKS βασική
σελίδα | ©
DESERTLINKS 2004 English-EN | Español-ES | Italiano-I | Ελληνικά-GR | Portuguese-PT |
| Σύστημα Δεικτών Ερημοποίησης για την Μεσογειακή Ευρώπη | ||
| Αλλαγές στην οικονομική δραστηριότητα των περιοχών που έχουν επηρεασθεί από την ερημοποίηση Βασικοί συγγραφείς: Giovanni Quaranta, Rosanna Salvia, Monica Caggiano <quaranta@unibas.it> Με την συμβολή των: Maria José Roxo και Pedro Cortesao Casimiro <mj.roxo@iol.pt>, Jorge García Gómez <jorgegg@um.es>, Κωνσταντίνος Κοσμάς mailto:lsos2kok@aua.gr g Οι αιτίες αλλαγής της οικονομικής δραστηριότητας και η σημασία της για την ερημοποίηση Συγγραφείς: Giovanni Quaranta, Rosanna Salvia, Monica Caggiano <quaranta@unibas.it> Η ερημοποίηση, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, θεωρούνταν και από την πολιτική και την επιστημονική κοινότητα αλλά περισσότερο και στην γενικότερη αντίληψη του κοινού, ως ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα με ανάλογες λύσεις (Spooner και Mann, 1982). Η πολιτική ατζέντα για την ερημοποίηση δεν λάμβανε υπόψη της τον παράγοντα κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον. Ωστόσο, μια μελέτη που συντάχθηκε το 1977 στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Σχεδίου Δράσης για την Καταπολέμηση της Ερημοποίησης αποφάνθηκε ότι ένας από τους βασικούς λόγους αποτυχίας του Σχεδίου ήταν ακριβώς το γεγονός ότι δεν λάμβανε υπόψη τους κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες (UNEP, 1991). Σταδιακά ο ορισμός της ερημοποίησης ενσωμάτωσε τον κεντρικό ρόλο της ανθρώπινης δραστηριότητας ως αιτίας των διαδικασιών υποβάθμισης της γης, καταλήγοντας έτσι στον ορισμό του UNEP: "η υποβάθμιση της γης σε ξηρές, ημί-ξηρες και υφυγρές περιοχές που προκαλείται από διάφορους παράγοντες, μεταξύ των οποίων οι κλιματικές διαφοροποιήσεις και η ανθρώπινη δραστηριότητα " (UNEP, 1994). Η υποβάθμιση της γης αντανακλά μια γενικότερη προσέγγιση της οικονομικής ανάπτυξης κάθε περιοχής στον σχεδιασμό και την υλοποίηση της οποίας δεν λήφθηκε υπόψη ο αντίκτυπος και η αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Οι συνέπειες της προσέγγισης αυτής ήταν η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων και η έναρξη αμετάκλητων διαδικασιών υποβάθμισης του περιβάλλοντος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο σχεδιασμός και η εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) της ΕΕ και συγκεκριμένα οι πολιτικές στήριξης των τιμών και οι διαρθρωτικές πολιτικές. Από την μια πλευρά, η στήριξη των τιμών εξασφάλισε στους αγρότες ένα ικανοποιητικό εισόδημα, συμβάλλοντας έτσι στην οικονομική ανάπτυξη της περιφέρειας και τη διατήρηση των τοπίων ειδικά στις λιγότερο ευνοημένες περιοχές. Εντούτοις την ίδια στιγμή, η στήριξη των τιμών στο πλαίσιο της ΚΑΠ επιτάχυνε επίσης την εντατικοποίηση και εξειδίκευση της ευρωπαϊκής γεωργίας. Οι υψηλές τιμές των αγροτικών προϊόντων που επέβαλε η ΚΑΠ ενθάρρυναν τους αγρότες να παράγουν περισσότερο, γεγονός που συνεπαγόταν, δεδομένης της περιορισμένης γεωργικής γης στην Ευρώπη, μεγαλύτερη εντατικοποίηση της καλλιέργειας και της χρήσης λιπασμάτων. Επίσης η ΚΑΠ τείνει να ευνοεί περισσότερο τις καλλιέργειες που ενέχουν τις μεγαλύτερες πιέσεις πάνω στο περιβάλλον. Οι ανισότητες όσον αφορά την προστασία που παρείχε η ΚΑΠ ήταν επίσης υπεύθυνες για την προώθηση της εντατικής κτηνοτροφίας. Οι αρνητικές επιπτώσεις όλων των προαναφερθέντων προσεγγίσεων υπήρξαν ιδιαίτερα εμφανείς στην μεσογειακή λεκάνη, όπου ο άνθρωπος και οι δραστηριότητές του συνιστούσαν ιδιαίτερα σημαντικούς παράγοντες για την διαμόρφωση του τοπίου, το οποίο αποτελεί μέρος της βιοποικιλότητας και της πολιτισμικής και φυσικής κληρονομιάς. Τις τελευταίες δεκαετίες το μεσογειακό τοπίο έχει υποστεί ταυτόχρονα μια έκρηξη νέων δραστηριοτήτων, όπως ο μαζικός τουρισμός, η αυξανόμενη αστικοποίηση, η εντατικοποίηση της αρδευόμενης γεωργίας, η διεύρυνση των μονοκαλλιεργειών, φαινόμενα τα οποία οδηγούν σταδιακά στην παρακμή της παραδοσιακής γεωργίας. Ο ανταγωνισμός μεταξύ αυτών των τύπων χρήσης γης για το νερό, το έδαφος κι άλλους φυσικούς πόρους επηρεάζει την κοινωνική σταθερότητα και την υποβάθμιση του τοπίου. Η εντατική αρδευόμενη γεωργία επιδρά αρνητικά στην κατάσταση των φυσικών και υδάτινων πόρων υπό την μορφή της μόλυνσης των υδάτων ή της φυσικής και βιολογικής υποβάθμισης του εδάφους. Η πρακτική της εκτεταμένης μονοκαλλιέργειας με την σειρά της οδηγεί σε αποψίλωση, σε υπερεκμετάλλευση των πόρων, σε διάβρωση ή/και υποβάθμιση του εδάφους, στην μεταβολή του τοπίου και τέλος στην απώλεια της βιοποικιλότητας. Από την άλλη μεριά, η αστικοποίηση, ο τουρισμός και γενικότερα οι δραστηριότητες αναψυχής απαιτούν μεγάλες ποσότητες νερού και συντελούν σε φαινόμενα όπως οι πλημμύρες και η διάβρωση και γενική υποβάθμιση του εδάφους. Υπογραμμίζεται ότι ο κίνδυνος της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, που ενέχουν αυτές τις δραστηριότητες, έχει διεθνή διάσταση στον βαθμό που όλες οι επηρεασμένες περιοχές εντάσσονται στο σύγχρονο περιβάλλον της οικονομικής αλληλεξάρτησης. g Παραδείγματα αλλαγών της οικονομικής δραστηριότητας στις Μεσογειακές περιοχές g Νότιο
Alentejo, Πορτογαλία Στο δήμο Mértola, στη νότια εσωτερική πλευρά του Alentejo, το μεγαλύτερο ποσοστό της οικονομικής δραστηριότητας καταλαμβάνει η γεωργία, η θήρα και η δασοκομία, κι έτσι ο πρωτογενής τομέας αντιπροσωπεύει πάνω από το 90% της συνολικής παραγωγής. Ωστόσο, επί συνόλου ενεργού απασχολούμενου εργατικού δυναμικού στο δήμο, το 49% απασχολείται στον τριτογενή τομέα, 29% στον πρωτογενή και 22% στο δευτερογενή τομέα. Σε αυτό το πλαίσιο, οι γεωργικές επιχειρήσεις (και οι κτηνοτροφικές) αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 90% του συνόλου των επιχειρήσεων, το 90% της συνολικής απασχόλησης στον πρωτογενή τομέα και το 45% των πωλήσεων του πρωτογενή τομέα. Γενικότερα, οι γεωργικές δραστηριότητες, δηλαδή η γεωργική και ζωική παραγωγή ή οι συναφείς υπηρεσίες (θήρα και περιοχές αναψυχής), παρουσιάζουν ανταγωνιστική παραγωγικότητα και μια μεγαλύτερη αναπτυξιακή δυνατότητα. g Λεκάνη
Agri, Ιταλία
Κατά το παρελθόν οι πολιτικές υιοθέτησαν μια προσέγγιση από πάνω προς τα κάτω βασισμένη σε εξωγενείς πόρους, στόχευαν κυρίως στην στήριξη του εισοδήματος και δημιούργησαν στην περιοχή σημαντικές, αλλά ακόμη ανεπαρκείς, δημόσιες υποδομές, όπως δρόμους και αρδευτικά συστήματα. Οι δημόσιες επενδύσεις επηρέασαν σε μικρό μόνο βαθμό την προώθηση των ιδίων αναπτυξιακών δυνατοτήτων της περιοχής. Αντίθετα, αύξησαν το βαθμό εξωτερικής εξάρτησης της τοπικής οικονομίας και συγκεκριμένα από τις εθνικές και κοινοτικές ενισχύσεις. Επιπλέον, οι παλαιότερες πολιτικές παρεμβάσεις επικεντρώθηκαν στις πλουσιότερες περιοχές της περιφέρειας, αυξάνοντας έτσι τις εσωτερικές οικονομικές ανισότητες. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, υιοθετώντας θεωρίες ανάπτυξης με ενδογενείς πόρους και προβαίνοντας σε ορισμένες οικονομικές προσαρμογές, όπως απαιτούνταν από την ΕΕ, οι αναπτυξιακές πολιτικές επικεντρώθηκαν περισσότερο στα διαρθρωτικά προβλήματα του τόπου ενώ παράλληλα υιοθετήθηκε η λήψη αποφάσεων σε μια περισσότερο συνεργασιακή βάση, η οποία οδήγησε στην αποτελεσματικότερη νομοθετική και διοικητική αποκέντρωση. Η Λεκάνη σήμερα υλοποιεί ένα φιλόδοξο πρόγραμμα κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης, το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα (ΠΕΠ). Οι προγραμματισμένες επενδύσεις μέσω του Γ΄Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (2000-2006) για την Περιφέρεια της Basilicata ανέρχονται στο ποσό των 1.300 εκατ ευρώ. Οι αρμοδιότητες όσον αφορά τη διαχείριση των φυσικών πόρων της Λεκάνης Agri κινούνται ακόμη σε ένα ασαφές και αντιφατικό πλαίσιο. Ενδεικτικό παράδειγμα αυτής της έλλειψης συνοχής και γενικού σχεδιασμού αποτελεί ο ανταγωνισμός, στην ίδια περιοχή, μεταξύ της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων πετρελαίου και της δημιουργίας ενός φυσικού πάρκου, των οποίων τα σύνορα καθορίστηκαν τον Δεκέμβριο του 2002 έπειτα από χρόνιες διαβουλεύσεις. Η τοπική οικονομία χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα ανεργίας και μικρό κατά κεφαλήν εισόδημα. Η ανεργία στη Λεκάνη της Agri φθάνει το 25%, σχεδόν το τριπλάσιο του εθνικού δείκτη. Το 2000, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Περιφέρειας της Basilicata ήταν 14.398 ευρώ, ενώ το εθνικό ήταν 20.165 ευρώ. Την τελευταία δεκαετία, μέτρια ήταν η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης στη βιομηχανία, η οποία απασχολεί σήμερα το 30% του ενεργού εργατικού δυναμικού (το ποσοστό αυτό άγγιξε το υψηλότερο επίπεδο τη δεκαετία του 1970). Από την άλλη μεριά ταχεία ήταν η ανάπτυξη του τομέα των δημοσίων και ιδιωτικών υπηρεσιών, γεγονός που οφείλεται στις πολιτικές στήριξης των εισοδημάτων και της αύξησης της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα. Ο τομέας των υπηρεσιών σήμερα απασχολεί το 43% του ενεργού εργατικού δυναμικού. Παρά τη ραγδαία ανάπτυξή του τα τελευταία χρόνια (από το 1993 έως το 1998 παρατηρήθηκε αύξηση 70% του αριθμού των κλινών ξενοδοχείων), ο τουριστικός κλάδος ακόμη έχει μικρό μερίδιο στην τοπική οικονομία, εξαιτίας του χαμηλού επιπέδου των τουριστικών επενδύσεων, οι οποίες πραγματοποιούνται κατά προτίμηση κατά μήκος των ακτών. Το γεγονός αυτό μεταφράζεται σε αύξηση των πιέσεων πάνω στους περιβαλλοντικούς πόρους των περιοχών αυτών.
Παρά την συνεχή μείωση της σημασίας του, ο γεωργικός τομέας ακόμη απασχολεί σχεδόν το ένα τρίτο του εργαζόμενου πληθυσμού που ζει στην Λεκάνη της Agri. Έτσι, σε όρους ποσοστού απασχολούμενου εργατικού δυναμικού, ο αγροτικός τομέας της Λεκάνης της Agri εκπροσωπεί έναν από τους πιο σημαντικούς τομείς της οικονομίας της, όπως ήταν πριν χρόνια. Το 2000 η περιοχή κατέγραψε 16.247 αγροτικές εκμεταλλεύσεις, σχεδόν χίλιες περισσότερες από την προηγούμενη δεκαετία, ερχόμενη σε αντίθεση με την τάση που παρατηρήθηκε στην Περιφέρεια και στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Οι εν λόγω αγροτικές εκμεταλλεύσεις καταλαμβάνουν εκτάσεις 104.000 εκταρίων και το μέσο μέγεθός τους είναι 6,4 εκτάρια. Η αγροτική ανάπτυξη στην περιοχή ακολουθεί ένα διττό μοντέλο. Από την άλλη πλευρά υπάρχει μια περιθωριακή γεωργία η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις επιδοτήσεις και χαρακτηρίζεται από χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας κυρίως στο εσωτερικό της. Τα εδάφη της περιοχής έχουν αναπτυχθεί σε αργιλώδης μάργες και ψαμμίτες μητρικά υλικά και χαρακτηρίζεται ως διαβρωμένα λόγω επιφανειακής απορροής του νερού και των κατολισθήσεων δημιουργώντας υποβαθμισμένες περιοχές, που ονομάζονται "Calanchi". Στις περιοχές "Calanchi" είναι εμφανής η ασυμμετρία των κλίσεων και σχετίζονται με τον προσανατολισμό της κλίσης: "Οι κλίσεις με νότιο προσανατολισμό είναι απότομες, γυμνές και έντονα διασταυρούμενες ενώ οι κλίσεις με βόριο προσανατολισμό είναι πιο ομαλές με macchia βλάστηση και και μικρότερη διάβρωση". Αυτή η έντονη διαδικασία υποβάθμισης του εδάφους προκλήθηκε από την ίδια τη φύση του εδάφους, τις αγροτικές πρακτικές που χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν αλλά και σήμερα καθώς και στην αποψίλωση, η οποία έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την περιοχή. Στις πιο εύφορες πεδινές περιοχές η γεωργία είναι εντατική και κάνει χρήση μεγάλων ποσοτήτων νερού, λιπασμάτων και ζιζανιοκτόνων. Ωστόσο, το σύστημα αυτό δεν είναι πια βιώσιμο. Η γη υποβαθμίζεται και ιδιαίτερα η περιοχή κατά μήκος των ορίων των υδάτινων ρεμάτων και της ακτογραμμής, κυρίως εξαιτίας του προβλήματος αλάτωσης των υδροφορέων.
Αναφορές
g Νήσος
Λέσβος, Ελλάδα Ο πληθυσμός της Λέσβου φθάνει περίπου τους 108.000 κατοίκους, δηλαδή ποσοστό 1% του συνολικού πληθυσμού της χώρας, ωστόσο με μειωτική τάση του επιπέδου γεννητικότητας (-3.2 ανά 1000 κατοίκους το 2002). Μεταξύ των επίσημων απογραφών του 1991 και 2001 τα στοιχεία παρουσίασαν αύξηση του πληθυσμού της Λέσβου κατά 3,7%. Συνεχής όμως είναι η μείωση του πληθυσμού των απομακρυσμένων αγροτικών περιοχών που εν μέρει οφείλεται στην εσωτερική μετανάστευση είτε προς την Μυτιλήνη (την πρωτεύουσα του νησιού), ή την ηπειρωτική Ελλάδα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, κλπ.). Σύμφωνα με έρευνα της Eurostat για τα ελληνικά νησιά, η απασχόληση στον πρωτογενή τομέα μειώνεται σταθερά από το 1961, με ορισμένες μόνο ανακάμψεις τα τελευταία έτη. Το ποσοστό της γεωργικής απασχόλησης μειώθηκε από 40,8% το 1970 σε 15,8% το 2002. Την ίδια περίοδο ο τριτογενής τομέας, ειδικά ο τουρισμός, αυξήθηκε σημαντικά. Η τοπική οικονομία της Λέσβου στηρίζεται στην γεωργία και συγκεκριμένα στην παραγωγή ελαιόλαδου, στην κτηνοτροφία (παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων) καθώς και στην ποτοποιία (παραγωγή ούζου). Επίσης παράγονται σιτηρά, οπωροκηπευτικά, φρούτα ενώ μερίδιο έχει και η αλιεία (διάφορα ψάρια και οστρακοειδή). Η Λέσβος είναι η 6η μεγαλύτερη παραγωγός ελαιόλαδου στην Ελλάδα, παράγοντας το 6% της συνολικής παραγωγής. Η Λέσβος παράγει το 1% του εθνικού ΑΕΠ και το 2,1% της συνολικής εθνικής αγροτικής παραγωγής. Το 2001 η γεωργία αντιπροσώπευε το 15% του ΑΕΠ του νησιού, από 18% το 1997. Την περίοδο 1985-95 σημειώθηκε μείωση 6% του ποσοστού του πρωτογενή τομέα στο Ακαθάριστο Περιφερειακό Προϊόν. Από το 1960, έγινα προσπάθειες περιορισμού της εξάρτησης της οικονομίας από την ελαιοκαλλιέργεια αφού η αστάθεια της παραγωγής οδηγούσε σε μείωση πληθυσμού. Αν' αυτής, η προσοχή επικεντρώθηκε στον τουρισμό και την άμεση ανάγκη ανάπτυξης υποδομών (ξενοδοχεία, δρόμους και μεταφορές) η οποία ξεκίνησε στο πλαίσιο μιας πολιτικής εκσυγχρονισμού που ενισχύθηκε μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ. Σήμερα ο τριτογενής τομέας είναι ο επικρατών στην οικονομία του νησιού, ενώ παράγοντες όπως οι μικρού μεγέθους αγροτικοί κλήροι, οι περιορισμένες φυσικές πηγές, ο γηρασμένος πληθυσμός και η χαμηλή ανταγωνιστικότητα των γεωργικών προϊόντων (εξαιτίας του υψηλού κόστους παραγωγής και μεταφοράς) εμποδίζουν την ανάπτυξη του πρωτογενή τομέα. Το εισόδημα των αγροτών συρρικνώνεται συνεχώς, ενώ ολοένα και περισσότερο εξαρτάται από τις κρατικές ενισχύσεις και τους κοινοτικούς πόρους, οι οποίοι μετά την αναθεώρηση της ΚΑΠ και τη διεύρυνση της ΕΕ, αναμένεται ότι θα μειωθούν. Τα αποτελέσματα επιτόπιας έρευνας που διεξήχθη στο πλαίσιο του προγράμματος "DESERTLINKS" έδειξαν ότι η μείωση του αγροτικού εισοδήματος είναι ο σημαντικότερος παράγοντας που καθορίζει τον τύπο χρήσης γης. Οι τιμές των βασικών προϊόντων (ελαιόλαδο, κρέας και γάλα) δεν ακολούθησαν την γενική ανοδική τάση της αγοράς, μειώνοντας έτσι το εισόδημα. Σε πολλές περιπτώσεις οι τιμές των προϊόντων, όπως το ελαιόλαδο, μειώθηκαν σε αντίθεση με το κόστος διαβίωσης. Σημαντική αύξηση σημειώθηκε και στο κόστος εργασίας, στις τιμές των λιπασμάτων, των ζιζανιοκτόνων και της ενέργειας χωρίς ταυτόχρονη αύξηση των τιμών των προϊόντων. Λαμβάνοντας υπόψη το μικρό μέγεθος του αγροτικού κλήρου, οι αγρότες συνήθως ενοικιάζουν γη προκειμένου να αυξήσουν την καλλιεργούμενη περιοχή και να συμπληρώσουν το εισόδημά τους. Υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, παρατηρήθηκε εγκατάλειψη των ελαιώνων οι οποίοι μετατράπηκαν σε φυσικές περιοχές. Η αύξηση του αριθμού των τουριστών τις τελευταίες δεκαετίες έχει επηρεάσει σημαντικά την οικονομία του νησιού και τη χρήση γης ειδικά στις πεδινές περιοχές όπως την Καλλονή, την Ερεσό, την Μήθυμνα και τα Βατέρα ή άλλες περιοχές κοντά σε εθνικά πάρκα ή σημαντικές περιοχές αναψυχής όπως το Σιγρί και το Πλωμάρι. Επιπλέον η τουριστική ανάπτυξη επηρέασε πολύ την αξία της γης σε ορισμένες περιοχές του νησιού, απασχολώντας ένα σημαντικό μέρος της γεωργικής γης που υπό άλλες συνθήκες θα καλλιεργούνταν. Οι βασικές αλλαγές χρήσης γης που προέκυψαν εξαιτίας αυτών των διαδικασιών είναι η επέκταση των ετήσιων καλλιεργειών (οπωροκηπευτικά) και η εξάπλωση των αστικών περιοχών μέσα στις αγροτικές ή φυσικές περιοχές. g Συνοπτικά
η αλληλεπίδραση
μεταξύ των δεικτών
|
|||||||||||