DIS4ME DIS4ME βασική σελίδα | DESERTLINKS βασική σελίδα | © DESERTLINKS 2004
English-EN | Español-ES | Italiano-I | Ελληνικά-GR | Portuguese-PT
Σύστημα Δεικτών Ερημοποίησης για την Μεσογειακή Ευρώπη

 

Κύριες διεργασίες σχετικά με την ερημοποίηση στη Μεσόγειο

Επιστροφή στην εισαγωγή

 

Αύξηση των εντατικά αρδευόμενων καλλιεργειών
Αρχισυντάκτης: Gonzalo Gonzalez Barbera <gbarbera@cebas.csic.es>
Με τις συνεισφορές από τους: Maria José Roxo and Pedro Cortesao Casimiro <mj.roxo@iol.pt>, Giovanni Quaranta, Rosanna Salvia <quaranta@unibas.it>, Constantinos Kosmas mailto:lsos2kok@aua.gr


g

Περιγραφή των λόγων που οδηγούν στην  αύξηση των  εντατικά αρδευόμενων καλλιεργειών και γιατί είναι ζήτημα στα πλαίσια της ερημοποίησης

g

Παραδείγματα της αύξησης της εντατικής άρδευσης στις περιοχές της Μεσογείου

g

Πορτογαλία

g

Ισπανία

g

Ιταλία

g

Ελλάδα

g

Επισκόπηση  των  αλληλλο-συσχετίσεων  μεταξύ των δεικτών

g

Σύνδεση με τον πίνακα των δεικτών που σχετίζονται συγκεκριμένα με αυτό το ζήτημα


g Περιγραφή των λόγων που οδηγούν στην  αύξηση των  εντατικά αρδευόμενων καλλιεργειών και γιατί είναι ζήτημα στα πλαίσια της ερημοποίησης
Συντάκτης: Gonzalo Gonzalez Barbera <gbarbera@cebas.csic.es>

Η άρδευση είναι πολύ σημαντική για την αύξηση της παραγωγής των καλλιεργειών  στα ξηρο-θερμικά, ημί-ξηρα και κάθυγρα  κλίματα. Στις βόρειες Μεσογειακές χώρες ο συνδυασμός των χαμηλών βροχοπτώσεων, με τους ήπιους χειμώνες και τις μεγάλες  αγορές προκαλεί την αύξηση των αρδευόμενων εκτάσεων. Η άρδευση συχνά συνδέεται με την υπερεκμετάλλευση είτε των επιφανειακών νερών είτε των υπογείων. Η υπερεκμετάλλευση των υπόγειων υδάτων οδηγεί στην υποβάθμιση της ποσότητας και της ποιότητας του νερού, έχοντας επίσης επιπτώσεις στα ημι-φυσικά  οικοσυστήματα. Η υπερεκμετάλλευση των υπόγειων νερών οδηγεί στην εξάντληση και τη γενικευμένη υποβάθμιση του φυσικού πόρου, ειδικά μέσω της αλάτωσης. Η δυσαναλογία μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης προκαλεί συνήθως υποβάθμιση σε ευρύτερες περιοχές, μερικές φορές σε μεγάλες αποστάσεις. Η επέκταση των πρόσφατα αρδευόμενων περιοχών βασίζεται στις σύγχρονες επιθετικές τεχνικές που προκαλούν την καταστροφή των εδαφών,  η οποία  επέκταση γίνεται συνήθως χωρίς την εφαρμογή  μέτρων προστασίας των εδαφών.  Η χαμηλή ποιότητα του νερού που οφείλεται στην υπερεκμετάλλευση συνδέεται με την αλάτωση του εδάφους και την απώλεια της παραγωγικότητας των καλλιεργειών.

5 αρχή


g Παραδείγματα  αύξησης της άρδευσης στις Βόρειες Μεσογειακές περιοχές έχουν επηρεαστεί από την ερημοποίηση

g Κατώτερη περιοχή του Alentejo, Πορτογαλία
Συντάκτες: Maria José Roxo και Pedro Cortesao Casimiro <mj.roxo@iol.pt>

Η σημασία της άρδευσης είναι όλο και πιο σημαντική στην κατώτερη περιοχή Alentejo, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες σε ζωοτροφές για την κτηνοτροφία κατά τη διάρκεια των περιόδων της φυσικής έλλειψης βοσκών, ή για να διαφοροποιήσουν την παραγωγή σε αυτές τις υποβαθμισμένες  γεωργικές περιοχές και να αυξηθεί το εισόδημα των αγροτών. Επομένως σταδιακά, και σαν συνεπεία των κινήτρων της CAP, υπήρξε μια αύξηση στους αρδευόμενους καλλιεργούμενους βοσκότοπους καθώς επίσης και σε άλλες καλλιέργειες  όπως  αμυγδαλιές,  ελιές,  σόργο, καλαμπόκι και λινάρι. Πριν από την προσχώρηση της Πορτογαλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (το 1986), οι αρδευόμενες εκτάσεις ήταν πολύ περιορισμένες στο Δήμο της Mértola. Το 1989, οι γεωργικές στατιστικές ανέφεραν  254 εκτάρια ως έχοντας τη δυνατότητα άρδευσης και μέχρι το 1999 υπήρχε η υποδομή άρδευσης για περισσότερα  από 840 εκτάρια.

Οι αρδευόμενες καλλιέργειες εμφανίζονται όπου η τοπογραφία το επιτρέπει, όπως στα κατώτατα σημεία επίπεδων περιοχών σε  κοιλάδες ή σε περιοχές με πολύ μικρές κλίσεις, και γενικά βασίζεται σε συστήματα στάγδην άρδευσης από ταμιευτήρες επιφανειακού νερού (μικρά φράγματα και λίμνες). Το νερό σπάνια αντλείται από υπόγειους υδροφορείς, δεδομένου ότι τα υπόγεια νερά  είναι εξαιρετικά περιορισμένα ως αποτέλεσμα των αδιαπέραστων γεωλογικών σχηματισμών (Παλαιοζωικά μεταμορφωσιγενή πετρώματα).

Φράγμα κοντά στον Corvos, Mértola (φωτογραφία από  Maria Roxo και  Pedro Casimiro)

Εν τούτοις,  πρακτικές άρδευσης πάντα εφαρμόζονταν στην κατώτερη περιοχή  Alentejo και στο δήμος της Mértola, όπως εύκολα παρατηρείται από υπάρχοντα πηγάδια και τα παλαιά συστήματα άρδευσης σε πολύ μικρές περιοχές (όπως μύλοι ή κανάλια άρδευσης). Τα κατώτατα σημεία των κοιλάδων ήταν οι  καλές θέσεις, δεδομένου ότι τα εδάφη σε αυτές τις περιοχές ήταν καλύτερης ποιότητας με μεγαλύτερα ποσοστά υγρασίας. Αυτές οι μικρές περιοχές καλλιεργούνταν  εντατικά και τις φρόντιζαν ιδιαιτέρως, δεδομένου ότι τα προϊόντα τους ήταν απαραίτητα για τον τοπικό πληθυσμό. Τα λαχανικά  και οπωροφόρα δέντρα (πορτοκαλιές, αχλαδιές, μηλιές, ελιές, συκιές) καταλάμβαναν αυτές τις περιοχές, οι οποίες  είναι ακόμα ορατές σαν μικρές κηλίδες στο ευρύτερο τοπίο.

Πρόβατα σε αρδευόμενο βοσκότοπο, Vale Formoso, Mértola (φωτογραφία από  Maria Roxo και  Pedro Casimiro)

Η μείωση του πληθυσμού οδήγησε στην απώλεια της λειτουργικότητας αυτών των περιοχών (βλ. την περιγραφή της εγκατάλειψης της γης). Εντούτοις, μερικές  χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα αλλά  με διαφορετικό σκοπό, όπως την παραγωγή επιδοτούμενων προϊόντων από την ΕΕ  (βλ. τον παρακάτω πίνακα). Αυτή η εξέλιξη έχει  σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, καθώς μεγάλες  ποσότητες νερού χρησιμοποιούνται και το έδαφος συνεχώς ρυπαίνεται με  τα διάφορα χημικά που χρησιμοποιούνται. Η μόλυνση των υδροφόρων οριζόντων, συνήθως από νιτρικά  και βαριά μέταλλα (από τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα) είναι μια πραγματικότητα, επειδή η παρούσα γεωργία παράγει μεγάλες ποσότητες  με ειδικά χαρακτηριστικά και συνεπώς  απαιτεί μεγάλες ποσότητες θρεπτικών στοιχείων.

Έκταση με αρδευόμενες καλλιέργειας (εκτάρια) - Δήμος Mértola

Καλλιέργειες

1989

1999

Λαχανικά

-

57,04

Εσπεριδοειδή

-

67,78

Ελαιώνες

-

54,9

Λοιπές καλλιέργειες

-

32,91

Πηγή: INE, Recenseamento Agrícola

5 αρχή

g Λεκάνη Guadalentín, Ισπανία
Συντάκτης: Gonzalo Gonzalez Barbera <gbarbera@cebas.csic.es>

Στην λεκάνη της Guadalentín στην νοτιοανατολική Ισπανία, η αρδευόμενη έκταση  έχει αυξηθεί  περισσότερο από 150% τα τελευταία 50 χρόνια. Οι τοπικοί φυσικοί πόροι έχουν ήδη εκμεταλλευθεί εκτενώς   από την αρχή του εικοστού αιώνα, και η επέκταση της άρδευσης βασίσθηκε  στον κανονισμό και την εισαγωγή υδάτινων πόρων από άλλες περιοχές  (από  Segura and την λεκάνη Tajo) και την υπερεκμετάλλευση των υπόγειων υδάτων. Στο κύριο υδροφόρο ορίζοντα της λεκάνης, το ποσοστό άντλησης είναι 4 φορές μεγαλύτερο από το ποσοστό επαναφόρτισης. Για ολόκληρο το λεκανοπέδιο της Segura, στην οποία ανήκει η Guadalentín, το 40% των υδροφόρων οριζόντων παρουσιάζουν προβλήματα υφαλμύρωσης με δυσμενείς επιπτώσεις σε περισσότερο από 60% των χρησιμοποιούμενων πόρων.

5 αρχή

g Λεκάνη της Agri Basin, Ιταλία
Συντάκτες: Giovanni Quaranta, Rosanna Salvia <quaranta@unibas.it>

Η λεκάνη της  Agri βρίσκεται στην περιοχή των Basilicata, στην βόρεια Ιταλία. Βρίσκεται ανάμεσα στα βουνά των Basilicata και Apennine  και καλύπτει έκταση 1.730 τετραγωνικά χιλιόμετρα, με πληθυσμό 94.291 κατοίκων. Ο ποταμός  Agri διανύει 136 χλμ έως τη Μεσόγειο.

Η λεκάνη της Agri χαρακτηρίζεται από  ένα δροσερό ήπιο Μεσογειακό κλίμα, με μεγάλες  διαφορές μεταξύ των παραλιακών  και των ηπειρωτικών περιοχών και βουνών. Οι ηπειρωτικές περιοχές έχουν πιο δροσερό κλίμα, και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού οι βροχοπτώσεις είναι πάνω από 150 χιλ., ενώ στις παραλιακές περιοχές  την ίδια περίοδοοι βροχοπτώσεις είναι λιγότερες από 100 χιλ.. Επιπλέον, το καλοκαίρι χαρακτηρίζεται από μεγάλη ξηρασία και μέση μηνιαία θερμοκρασία μεγαλύτερη από 23 °C, κατά τη διάρκεια των θερμότερων μηνών.

Με βάση το χαρακτηριστικό σχέδιο της εντατικοποίησης της γεωργίας στις Μεσογειακές χώρες, η λεκάνη της  Agri έχει υποστεί  μία τοπική ανακατανομή των κερδοφόρων γεωργικών δραστηριοτήτων από τις ανώτερες περιοχές στις πεδιάδες, με αποτέλεσμα την περιθωριοποίηση του γεωργικών περιοχών στις λοφώδεις  περιοχές. Ως εκ τούτου, οι κατώτερες περιοχές της λεκάνης της Agri χαρακτηρίζονται από την εντατικοποίηση της γεωργίας και την επέκταση της άρδευσης, παράλληλα με την κατασκευή φραγμάτων που συγκεντρώνουν το  ένα τρίτο των συνολικών επιφανειακών υδάτινων πόρων της περιοχής. Αυτές οι επενδύσεις επέτρεψαν την άρδευση μεγάλων εκτάσεων και την ανάπτυξη πολύ κερδοφόρων καλλιεργειών οι οποίες αντικατέστησαν τις πιο παραδοσιακές σε μεγάλες περιοχές. Η συνολική αρδευόμενη έκταση στην λεκάνη της Agri είναι 14,959 εκτάρια (Istat, 2000), ή το 35% της ευρύτερα  αρδευόμενης έκτασης  στα Basilicata, και είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των ακτογραμμών (κατώτερη περιοχή, περίπου το 80%) και στις υπόλοιπες πεδιάδες της λεκάνης. Η περαιτέρω ανάπτυξη αυτών των καλλιεργειών  υψηλού εισοδήματος, οι οποίες ασκούν σημαντική επίδραση στην απασχόληση, περιορίζεται σήμερα λόγω  περιορισμένης διαθεσιμότητας νερού. Το πρόβλημα αυτό γίνεται μεγαλύτερο  από το γεγονός ότι η  περίοδος μέγιστης κατανάλωσης νερού (Ιούλιος και Αύγουστος) συμπίπτει με την μεγάλη  ζήτηση για νερό από άλλους παραγωγικούς τομείς (τουρισμός, βιομηχανία), οι οποίοι ευνοούνται συχνά σε σύγκριση με την γεωργία. Η επέκταση της άρδευσης μακροπρόθεσμα με την αύξηση του αριθμού λιμνοδεξαμενών ή φραγμάτων δεν είναι εφικτή επειδή ο εμπλουτισμός των υπόγειων υδροφορέων  στην λεκάνη μειώνεται ήδη σημαντικά από τα υπάρχοντα έργα αποθήκευσης νερού, και οι παράκτιοι υδροφορείς δεν εμπλουτίζονται.

Τα τελευταία χρόνια, η σημαντική μείωση της χειμερινής περιόδου και των βροχοπτώσεων του φθινοπώρου έχουν προκαλέσει σοβαρή έλλειψη νερού. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, αυτό το πρόβλημα έχει ιδιαίτερα επιπτώσεις στο γεωργικό τομέα, ο οποίος απαιτεί μέχρι 70% των συνολικών υδάτινων πόρων. Σε ολόκληρη την λεκάνη της  Basilicata έχει υπολογιστεί ότι η έλλειψη ύδατος για τον τομέα της γεωργίας είναι γύρω στα 70 Mcms.

Τα αποτελέσματα της ξηρασίας επιδεινώνονται περισσότερο από την ανεπαρκή διαχείριση των υδάτινων πόρων που έχει μειώσει κατά πολύ τη διαθεσιμότητά τους. Στην πραγματικότητα οι υποδομές άρδευσης είναι ξεπερασμένες και η επικρατούσα εφαρμογή παραδοσιακών τεχνικών άρδευσης προκαλεί υπερβολική κατανάλωση νερού. Επιπλέον το σύστημα διανομής του νερού πάσχει από την κακή συντήρηση και την έλλειψη εκσυγχρονισμού, με αποτέλεσμα οι απώλειες διανομής να ανέρχονται στο 30% ή ακόμα και στο 50% της συνολικής ποσότητας νερού. Για αυτόν τον λόγο, ένας αυξανόμενος αριθμός αγροτικών εκμεταλλεύσεων διατηρεί ιδιωτικά συστήματα αποθήκευσης του νερού.  Διαθέσιμα στοιχεία που αφορούν την προέλευση του νερού που χρησιμοποιείται για άρδευση δείχνουν ότι το 62% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων  στη νότια Ιταλία χρησιμοποιούν πηγάδια (V. Gallerani - D. Viaggi, η κατάσταση άρδευσης στην Ιταλία). Αυτή η αύξηση στην ανεξάρτητη άντληση νερού προκαλεί σοβαρές επιπτώσεις στην στάθμη του υπόγειου νερού, η οποία συνεχώς κατέρχεται και υφίσταται την διείσδυση υφάλμυρου νερού, με συνέπεια την αλάτωση των εδαφών. Η συνδυασμένη επίδραση της αυξανόμενης ποσότητας αλάτων στο νερό άρδευσης, οι μεγάλες ποσότητες εποχιακού νερού που απαιτούνται για την άρδευση  και το αυξανόμενο έλλείμμα νερού  βροχοπτώσεων, αυξάνουν τον κίνδυνο της υποβάθμισης του εδάφους.

Αλάτωση εδάφους στην κατώτερη περιοχή της  Agri  (φωτογραφία από  G. Quaranta)

Η αποτελεσματική χρήση των μεθόδων άρδευσης, όπως στάγδην άρδευση και υπάρδευση  που εφαρμόζουν σε καθημερινή βάση μικρές ποσότητες νερού άρδευσης σύμφωνα  με τις απαιτήσεις της καλλιέργειας,  δυσχεραίνονται από τον τρόπο κατανομής του νερού  στα αγροκτήματα, όπου το νερό είναι διαθέσιμο μία φορά την εβδομάδα. Αυτές οι μέθοδοι εφαρμογής του νερού συντελούν στην αποφυγή της ρύπανσης των επιφανειακών και υπογείων υδάτων και στην διατήρηση της οργανικής ύλης του εδάφους. Λόγω της μείωσης της εξάτμισης από την επιφάνεια του εδάφους περιορίζεται η διεργασία της ανοργανοποίησης της οργανικής ύλης.

Η κατάσταση στον τομέα διαχείρισης των υδάτινων πόρων είναι περίπλοκη σε διοικητικά και θεσμικά θέματα. Καταρχήν, το νερό χρησιμοποιείται μερικώς και από γειτονικές περιοχές της Agri, με αποτέλεσμα  μια διαρκή πολιτική διαμάχη όσον αφορά τον ενδεδειγμένο  τρόπο εκμετάλλευσης. Αφετέρου, η πρόσφατα ολοκληρωμένη ιδιωτικοποίηση του συστήματος διανομής έχει αυξήσει την αβεβαιότητα που αφορά την διαθεσιμότητα και την τιμή του νερού.

Πρόσφατα, το 2001, οι διοικητικές αρχές της λεκάνης  Basilicata ανέλαβαν ως διαχειριστική αρχή που θα ρυθμίζει τα θέματα διαχείρισης των υδάτινων πόρων. Μια από τις προτεραιότητες  είναι η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου σχεδίου διαχείρισης για κάθε λεκάνη απορροής ποταμού, συμπεριλαμβανομένου και της Agri.

5 αρχή

g Ελλάδα
Συντάκτης: Κωνσταντίνος Κοσμάς mailto:lsos2kok@aua.gr

Οι αρδευόμενες περιοχές στην Ελλάδα εκτείνονται σε περισσότερο από 1.327.000 εκτάρια ή το 32% της καλλιεργήσιμης γης. Από την συνολικά αρδευόμενη έκταση το 37% αρδεύεται με συλλογικά δημόσια συστήματα άρδευσης και στράγγισης, ενώ το υπόλοιπο από ατομικά ιδιωτικά συστήματα. Η κατάσταση των τροφίμων της χώρας ουσιαστικά είχε  βελτιωθεί πριν από την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 1981. Μετά την είσοδο στην ΕΕ, η γεωργική ανάπτυξη οδήγησε στην εντατικοποίηση των καλλιεργειών σε  όλες της εύφορες και αρδευόμενες περιοχές. Το νερό χρησιμοποιείται με διάφορες μεθόδους άρδευσης, όπως με επιφανειακή κατάκλυση ή στάγδην άρδευση ή εκτοξευτήρες. Δεδομένου ότι η αποτελεσματικότητα της άρδευσης μειώνεται  με αυτή τη σειρά: στάγδην > εκτοξευτήρας > επιφανειακή κατάκλυση, αναμένεται σημαντική εξοικονόμηση  νερού με  την αλλαγή συστήματος άρδευσης από εκτοξευτήρα σε στάγδην.

Σύστημα άρδευσης εκτοξευτήρα που προκαλεί επιφανειακή εδαφική κρούστα (φωτογραφία από  Κ.Κοσμά)

Όταν το νερό χρησιμοποιείται σε μεγάλες ποσότητες με εκτοξευτήρες, το  έδαφος μπορεί να υποβαθμιστεί  με σχηματισμό κρούστας εξαιτίας της ενέργειας των σταγόνων του νερού που προκαλούν διάσπαση και διασπορά των εδαφικών συσσωματωμάτων. Όταν το ξηρό έδαφος υγρανθεί  απότομα, το νερό κινείται μέσα στα εδαφικά συσσωματώματα  συμπιέζοντας τον υπάρχοντα αέρα στους πόρους. Η συμπίεση  του παγιδευμένου αέρα προκαλεί την διάσπαση των συσσωματωμάτων. Τα εδαφικά συσσωματώματα που καταστρέφονται λόγω ύγρανσης κατά την διάρκεια του ποτίσματος δημιουργούν ένα στρώμα  ρευστής λάσπης,  που μερικές φορές έχει πάχος  μερικά εκατοστά, και φράσσει τους εδαφικούς πόρους με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η κίνηση του νερού και του αέρα μέσα στο έδαφος. Αυτό το φαινόμενο συχνά καλείται "ταράτσωμα".  Κατά την ξηρασία αυτό το στρώμα συστέλλεται και μετατρέπεται σε συμπαγή και σκληρή κρούστα η οποία παρεμποδίζει το φύτρωμα. Επιπλέον η κρούστα όταν ξηραίνεται δημιουργεί πολύγωνα με μεγάλες ρωγμές και κόβει τις ρίζες των νεαρών φυταρίων. Η στάγδην άρδευση θεωρείται πιο αποτελεσματική στην προστασία των εδαφικών συσσωματωμάτων και την εξοικονόμηση του νερού.

Εδαφική κρούστα που έχει σχηματίσει πολύγωνα με ρωγμές λόγω ξηρασίας (φωτογραφία από  Κ. Κοσμά)

Κρούστα στην επιφάνεια του εδάφους παρεμποδίζοντας την ανάπτυξη των νερών φυτών βαμβακιού (φωτογραφία από  Κ. Κοσμά)

Η άρδευση εδαφών στη  Λέσβου περιορίζεται κυρίως  στις πεδιάδες  Καλλονής, Γέρας, Ερεσού,  Πέτρας,  Πολυχνίτου, και  Θέρμης. Το νερό αντλείται από υπάρχουσες γεωτρήσεις ή προμηθεύεται από τις πηγές της Αγιάσου. Το αρδευτικό νερό εφαρμόζεται κυρίως με επιφανειακή κατάκλυση, ή με εκτοξευτήρες προκαλώντας προβλήματα εδαφικής κρούστας. Το πρόβλημα της αλάτωσης εμφανίζεται  κυρίως στις πεδιάδες της Καλλονής και της Ερεσού.

Η αλάτωση των εδαφών είναι ένα σημαντικό πρόβλημα για το νησί της Λέσβου, όπως και και για το υπόλοιπο της χώρας. Υπολογίζεται ότι περίπου το 15% των πεδινών περιοχών της Ελλάδας έχουν επηρεαστεί από άλατα ή είναι ευαίσθητα στην αλάτωση. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, οι  ευνοϊκές εδαφικές και κλιματικές συνθήκες σε συνδυασμό με την  διαθεσιμότητα υπογείου ή επιφανειακού νερού έχουν οδηγήσει στην εντατική καλλιέργεια των πεδινών περιοχών. Η ανάπτυξη της εντατικής γεωργίας  στις πεδιάδες έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες παραγωγές από αυτές στις  λοφώδεις περιοχές με ή χωρίς αναβαθμούς.

Επιπλέον, η ανάπτυξη γρήγορων μέσων μεταφοράς και η προσφορές φτηνών  διακοπών, έχουν ενθαρρύνει την επέκταση του εσωτερικού και του διεθνούς μαζικού τουρισμού κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 ετών. Η αύξηση  του τουρισμού  ασκεί σημαντική επίδραση στο περιβάλλον και πιο συγκεκριμένα στην κατανομή των χρήσεων γης και των υδάτινων πόρων. Οι πιο πρόσφατες μεταβολές  στην χρήση γης είναι: (α) η αλλαγή στην παραγωγή των προϊόντων  με σκοπό να καλύψουν τις ανάγκες του τουρισμού, (β) η αντικατάσταση κάποιων παραδοσιακών καλλιεργειών, και (γ) η εγκατάλειψη  εδαφών χαμηλής παραγωγικότητας. Οι αυξημένες ανάγκες νερού ύδρευσης ή άλλες οικονομικές δραστηριότητες έχουν αυξήσει την τιμή του νερού, οδηγώντας έτσι στην αύξηση του κόστους της γεωργικής παραγωγής. Επιπρόσθετα, σε πολλές περιπτώσεις, χρησιμοποιείται για άρδευση νερό χαμηλής ποιότητας  (μεγάλη ηλεκτρική αγωγιμότητα). Η ανάγκη για την εντατικοποίηση της γεωργίας για την κάλυψη του υψηλού κόστους παραγωγής, η χρήση νερού κακής ποιότητας, και η έλλειψη στραγγιστικών δικτύων ευθύνονται σε πολλές περιπτώσεις για την υποβάθμιση του εδάφους που προκαλείται από την απόφραξη των εδαφικών πόρων,  την αλάτωση, την αλκαλίωση, και τη διάβρωση του εδάφους.

Μεγάλη συσσώρευση διαλυτών αλάτων σε ημι-ξηρες κλιματικές συνθήκες που οδηγούν στην  υποβαθμισμένων εδαφών στην Λέσβο (φωτογραφία από  Κ. Κοσμά)

Η μεταφορά και η κατανομή των αλάτων μέσα σε μια ευρύτερη περιοχή  και στο εδαφικό σώμα αντανακλούν τις επικρατούσες συνθήκες ισοζυγίου νερού και  βάθος του υπογείου νερού. Ως εκ τούτου, η βροχόπτωση και η εξατμισοδιαπνοή σε συνδυασμό με τα εδαφικά χαρακτηριστικά, είναι υπεύθυνα για την κατανομή των αλάτων σε μια περιοχή και στο έδαφος. Μία γενική μείωση στην βροχόπτωση και/ή μια αύξηση στην εξατμισοδιαπνοή θα προκαλέσει αύξηση στην έκταση των εδαφών που θα επηρεασθούν από μεγάλες συγκεντρώσεις αλάτων στη χώρα. Αυτό συμβαίνει επειδή σε περιοχές με υψηλούς ρυθμούς εξάτμισης, η τριχοειδής ανοδική κίνηση του νερού αυξάνεται και τα άλατα συσσωρεύονται, όπου οι συνθήκες στράγγισης είναι κακές.  Η έκταση κατά την οποία θα συμβεί κάτι τέτοιο σε τοπικό επίπεδο εξαρτάται από διάφορους παράγοντες που επηρεάζουν το ισοζύγιο νερού όπως το βάθος του εδάφους, η κλίση και ο προσανατολισμός κλίσης, και η συνολική εισροή αλάτων. Τα προβλήματα αλάτωσης είναι  πιο σοβαρά σε περιοχές της Ελλάδας που η βροχόπτωση κυμαίνεται από  300 έως 600 χιλ.

Επιπλέον, ο αυξανόμενος ρυθμός εφαρμογής λιπασμάτων και η εφαρμογή υγρών αποβλήτων  διαφόρων προελεύσεων (διαφορετική χημική σύσταση και επικινδυνότητα για το περιβάλλον) συντελούν στην επιπλέον εισροή αλάτων στις γεωργικές περιοχές.

5 αρχή


g Επισκόπηση  των  αλληλλο-συσχετίσεων  μεταξύ των δεικτών
Συντάκτης: Gonzalo Gonzalez Barbera <gbarbera@cebas.csic.es>

Aridity index - Οδείκτης ξηρότητας  είναι, πιθανόν, ο καλύτερος δείκτης για την επέκταση της άρδευσης όσον αφορά την δυναμική για αύξηση της παραγωγικότητας μιας καλλιέργειας. Η διαφορά ανάμεσα στο  Net farm income - Καθαρό Αγροτικό Εισόδημα σε αρδευόμενες και μη-αρδευόμενες καλλιέργειες  εξηγεί γιατί οι αγρότες αποφασίζουν να αλλάξουν καλλιέργεια  και να επενδύσουν σε επέκταση των  αρδεύσεων, αν και  είναι συνήθως απαραίτητη η θέσπιση ενός πλαισίου πολιτικής χρήσης των υδάτινων πόρων /νομοθεσία που θα επιτρέπει την ανάπτυξη των αρδεύσεων.  Οι υδάτινοι  πόροι είτε σε τοπική μορφή ως υπόγεια νερά είτε ως εξωτερική μορφή πόρων εξαρτώνται από την σχέση Expenditure on water - Δαπάνες για Νερό  και Δαπάνες για Ενέργεια. Η υποβάθμιση που προκαλείται είναι καθαρά το αποτέλεσμα  των σχέσεων μεταξύ βάθους του υπογείου νερού,  λόγου άντληση/εμπλουτισμός, και έκταση αλατούχων εδαφών,  όπως επίσης και του Irrigation potential realised - Δυναμικού άρδευσης που επιτυγχάνεται  δεδομένου ότι εμφανίζονται προοδευτικά  περισσότερες περιοχές με δυνατότητα άρδευσης οι οποίες δεν μπορούν να αρδευτούν  επαρκώς.

5 αρχή