DIS4ME DIS4ME βασική σελίδα | DESERTLINKS βασική σελίδα | © DESERTLINKS 2004
English-EN | Español-ES | Italiano-I | Ελληνικά-GR | Portuguese-PT
Σύστημα Δεικτών Ερημοποίησης για την Μεσογειακή Ευρώπη

 

Κύριες διεργασίες σχετικά με την ερημοποίηση στη Μεσόγειο

Επιστροφή στην εισαγωγή

 

Η εγκατάλειψη της γης
Αρχισυντάκτης: Κωνσταντίνος Κοσμάς < lsos2kok@aua.gr >
Με την συμμετοχή των: Maria Josι Roxo και Pedro Cortesao Casimiro <mj.roxo@iol.pt>, Jorge Garcνa Gσmez <jorgegg@um.es>, Giovanni Quaranta, Rosanna Salvia <quaranta@unibas.it>

g Περιγραφή των αιτιών  εγκατάλειψης της γης και ανάλυση των επιπτώσεων στην  ερημοποίηση
g Παραδείγματα  εγκατάλειψης  γης σε μεσογειακές περιοχές
g Πορτογαλία
g Ισπανία
g Ιταλία
g Ελλάδα
g Επισκόπηση των  αλληλλο-συσχετίσεων  μεταξύ των δεικτών
g Σύνδεση με τον πίνακα των δεικτών που αναφέρονται στην εγκατάλειψη της γης

 g Περιγραφή των αιτιών  εγκατάλειψης της γης και ανάλυση των επιπτώσεων στην  ερημοποίηση
Συντάκτης: Κωνσταντίνος Κοσμάς <lsos2kok@aua.gr>

Η εκτενής αποψίλωση και η εντατική καλλιέργεια των λοφωδών περιοχών  στην περιοχή της Μεσογείου που συντελούνται  από αρχαιοτάτων χρόνων έχουν οδηγήσει στην διάβρωση των εδαφών  και την υποβάθμιση της γης. Σε ορισμένες περιόδους οι επικρατούσες καιρικές συνθήκες, ιδιαίτερα νωρίς στην περίοδο ανάπτυξης των καλλιεργειών, μπορεί να είναι τόσο δυσμενείς που τα εδάφη να παραμένουν  γυμνά, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες  για επιφανειακή απορροή και διάβρωση. Σε περιοχές που τα εδάφη  αναπτύσσονται σε τριτογενείς ή  τεταρτογενείς γεωλογικούς σχηματισμούς έχουν συνήθως περιοριστικούς υπο-επιφανειακούς ορίζοντες, όπως  πετροκαλσικός ορίζοντας ή συμπαγής βράχος. Κάτω από αντίξοες κλιματικές συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών και ξηρασίας και μεγάλους ρυθμούς διάβρωσης, το έδαφος δεν δύναται να συγκρατήσει οικονομικά συμφέρουσα τις ξηρικές καλλιέργειες σε αυτές τις περιοχές  με αποτέλεσμα την εγκατάλειψη και την ερημοποίηση της γης.

Καθώς το έδαφος διαβρώνεται, η χρήση της γης μετατοπίζεται συνήθως από τη γεωργία στην κτηνοτροφία  λόγω της χαμηλής παραγωγικότητας των διάφορων γεωργικών καλλιεργειών. Οι βοσκότοποι στην περιοχή της Μεσογείου ορίζονται συχνά ως εγκαταλειμμένη γη (Martinez-Fernandez et al, 1995; Lopez-Bermudez et al, 1996; Roxo et al, 1996; Puigdefabregas et al, 1996). Οι προηγούμενοι συγγραφείς χρησιμοποιούν τους όρους "εγκαταλειμμένηη γη" και "βοσκότοπος" με την ίδια έννοια. Η βόσκηση ή το κυνήγι στην εγκαταλειμμένη γη θεωρείται ως παραδοσιακή χρήση στην περιοχή της Μεσογείου. Μόνο μερικές περιοχές που έχουν περιφραχτεί ή ελέγχονται  αυστηρά από τους ιδιοκτήτες τους παραμένουν ελεύθερες βοσκής από νομαδικά ή μόνιμα κοπάδια. Σχεδόν όλη η φυσική βλάστηση στη λεκάνη της Μεσογείου, εκτός από μερικά δάση, χρησιμοποιείται ως βοσκότοπος ως ένα ορισμένο βαθμό (Clark, 1996). Επομένως, ο όρος "εγκαταλειμμένη γη" χρησιμοποιείται για να περιλάβει τις περιοχές που καλλιεργούνταν προηγουμένως αλλά σήμερα  δεν υφίσταται πια η καλλιέργεια,  επιτρέποντας την ανάπτυξη της  φυσικής βλάστησης κάτω από διαφορετικούς ρυθμούς  βόσκησης. Ανάλογα, αρδευόμενη γεωργική γη  υπό δυσμενείς κλιματικές συνθήκες όπως παρατεταμένη ξηρασία και μειωμένες ποσότητες νερού άρδευσης μπορεί να εγκαταλειφθεί.

Εγκαταλελειμμένη γη στην Λέσβο (Ελλάδα), πριν περίπου 50 χρόνια υπήρχε καλλιέργεια με σιτηρά και σήμερα χρησιμοποιείται  ως βοσκότοπος

Οι συνέπειες της εγκατάλειψης στην ποιότητα της γης και την ερημοποίηση  μπορούν να είναι θετικές ή αρνητικές ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του εδάφους και τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής. Εδάφη σε καλές κλιματικές συνθήκες τα οποία μπορούν να συγκρατήσουν ικανοποιητική  φυτική κάλυψη βελτιώνονται με το χρόνο λόγω συσσώρευσης  οργανικών υπολειμμάτων, αύξησης της δραστηριότητας της χλωρίδας και πανίδας, βελτίωσης της δομής του εδάφους, αύξησης της ταχύτητας διήθησης του νερού στο έδαφος, και επομένως μείωσης της  διάβρωσης (Trimble, 1990). Οι Martinez-Fernandez et al (1995) αναφέρουν  θετική επίδραση από την  εγκατάλειψη της γης. Ειδικότερα, εδάφη που εγκαταλείφθηκαν για μία περίοδο δέκα ετών πλησίασαν τα χαρακτηριστικά που είχαν πριν από την καλλιέργεια. Η εγκατάλειψη  οδήγησε στη βελτίωση των εδαφικών χαρακτηριστικών όπως αύξηση της οργανικής ύλης, αύξηση της αποθηκευτικής ικανότητας νερού, δημιουργία εδαφικής δομής με μεγάλη σταθερότητα. Οι Jaiyeoba (1995) καί Unger (1997) αναφέρονται στην μείωση της γονιμότητας του εδάφους κατά την καλλιέργεια και καταλήγουν  στο συμπέρασμα ότι τα εδάφη με διάφορες γεωργικές καλλιέργειες συνήθως περιέχουν μικρότερες ποσότητες  ολικού αζώτου, οργανική ύλης και ανταλλάξιμες βάσεις και μικρότερη ικανότητας ανταλλαγής κατιόντων από παρόμοια εδάφη με φυσική βλάστηση. Μελέτες από Lopez-Bermudez et  al (1996)  σε μια  πλαγιά λόφου με  διαφορετικές συνθήκες εγκατάλειψης και καλλιέργειας στη νότια Ισπανία απέδειξαν ότι εδάφη σε αγρανάπαυση ή εγκατάλειψη  για 4-10 έτη είχαν μια προοδευτική αποκατάσταση της φυτοκάλυψης,  σημαντική αύξηση στην σταθερότητα της δομής, της  οργανικής ύλης, της υδατοχωρητικότητας, και της υδραυλικής αγωγιμότητας. Σε περίπτωση όμως που η φυτική κάλυψη παραμένει φτωχή, οι διεργασίες διάβρωσης  μπορεί να είναι πολύ έντονες και η αναγέννηση των εγκαταλειμμένων περιοχών ενδεχομένως να είναι αδύνατη. Πολλοί ερευνητές αναφέρουν  ότι σε ένα ευρύ φάσμα περιβαλλοντικών συνθηκών η απορροή καθώς και η απώλεια εδάφους μειώνονται εκθετικά καθώς το ποσοστό της φυτοκάλυψης αυξάνεται (Elwell και Stocking, 1976; Lee και Skogerboe, 1985; Francis και Thornes, 1990). Οι Kosmas et al (1997) έδειξαν ότι σε μεσογειακά λοφώδη εδάφη με θαμνώδη βλάστηση η απώλεια εδάφους λόγω διάβρωσης αυξάνεται  με την μείωση της ετήσιας βροχόπτωσης μέχρι του επιπέδου των 280-300 χιλ. βροχής και κατόπιν μειώνεται η διάβρωση με την μείωση της βροχής. Τα αποτελέσματα αυτά σχετίζονται με το ποσοστό φυτοκάλυψης του εδάφους.  Οι Martinez-Fernandez et al (1996) απέδειξαν ότι η χρήση γης πριν από την  εγκατάλειψη είναι πολύ σημαντική για  την εξέλιξη των εδαφικών χαρακτηριστικών.

Ένας σημαντικός σκοπός  στη μελέτη της δυνατότητας ενός οικοσυστήματος να επιστρέψει στο αρχική κατάσταση μετά από μια διαταραχή (βαθμός ανάκαμψης), είναι η πρόβλεψη του βαθμού ανταπόκρισης ενός τέτοιου συστήματος σε ποικίλες φυσικές ή ανθρώπινες  διαταραχές  (Dell et al, 1986; Westman, 1986), όπως  ξηρασία, πυρκαγιά,  βόσκηση, εκχέρσωση της φυσικής βλάστησης και  καλλιέργεια. Η εφαρμογή μέτριας έντασης βόσκησης  σε μια περιοχή που εγκαταλείπεται μετά μια γεωργική χρήση μπορεί να οδηγήσει στη μερική αναζωογόνηση των φυτοκοινωνιών με μεγάλο δείκτη βιο-ποικιλότητας (Fox και Fox , 1986; Martinez-Fernandez et al, 1996). Η υποβάθμιση της βλάστησης λόγω  υπερβόσκησης μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια φυτών ιδιαίτερα των οικογενειών που περιλαμβάνουν ποώδη φυτά  (leguminosae, Gramineae), δηλαδή φυτών που ευνοούν την ανάπτυξη και διατήρηση της εδαφικής δομής. Τα φυτά αυτών των οικογενειών  μπορούν  να προστατεύσουν αποτελεσματικά την επιφάνεια του εδάφους από την διαβρωτική ενέργεια των σταγόνων της βροχής  και να μειώσουν έτσι της απώλειες του εδάφους  με την αύξηση της σταθερότητας της δομής. Η διατάραξη  με την  βόσκηση δεν οδηγεί στην πλήρη απώλεια της βλάστησης, αντίθετα με ότι συμβαίνει με μια   μεγάλη  πυρκαγιά. Οι συνέπειες της πυρκαγιάς είναι τεράστιες σε εκείνες τις περιοχές με τις χαμηλότερες συχνότητες πυρκαγιάς (Fox και Fox, 1986). Μια αύξηση στη συχνότητα των πυρκαγιών οδηγεί σε  μείωση των φυτικών ειδών, λόγω της απώλειας εκείνων των ειδών που δεν μπορούν να διατηρηθούν  όταν οι πυρκαγιές συμβαίνουν πολύ συχνά (Fox και Fox, 1986; Grove και Rackham, 1996).

Αρχή 5


g Παραδείγματα αιτιών εγκατάλειψης της γης στις μεσογειακές περιοχές της Ευρώπης

g  Περιοχή: κατώτερη περιοχή  Alentejo, Πορτογαλία - αριστερή πλευρά  του ποταμού Guadiana
Συντάκτες: Maria Roxo, Pedro Casimiro <mj.roxo@iol.pt>

Αυτή η περιοχή βρίσκεται νότια  της περιοχής Alentejo. Πρόκειται για μια πολυγενετικά διαβρωμένη  επιφάνεια, που διαμορφώθηκε τελευταία φορά στην αρχή της τεταρτογενούς περιόδου. Το σημερινό  τοπίο με κυματοειδές τοπογραφικό ανάγλυφο, δημιουργήθηκε με την διαβρωτική δράση κυρίως του ποταμού Guadiana, σε μια σειρά αδιαπέραστων γεωλογικών παλαιοζωικών σχηματισμών. Συνεπώς, υπάρχει μια σημαντική έκταση λοφωδών περιοχών με ομοιόμορφο υψόμετρο 180-220 μ.

Το τοπίο χαρακτηρίζεται από λόφους με επίπεδες κορυφές και ήπιες κλίσεις στις πλαγιές  (κλίσεις δεν υπερβαίνουν το 25 %). Φυσικά  υπάρχουν και περιοχές με πολύ απότομες κλίσεις  που δημιουργούνται στην επαφή διαφορετικών πετρωμάτων ή σε θέσεις που διαβρώθηκαν έντονα από την ροή του  νερού κατά μήκος  του Guadiana,  ακολουθώντας  σε πολλές περιπτώσεις τεκτονικές μεταβολές και ρήγματα.  Η μορφολογία και τα χαρακτηριστικά των εδαφών είναι  αποτέλεσμα της μεταμορφωσιγενούς προέλευσης των  μητρικών πετρωμάτων, κυρίως ερυθρός   σχίστης κατώτερης  Δεβόνιου περιόδου που διασχίζεται από ένα πυκνό υδρολογικό σύστημα στράγγισης.   Το τοπίο χαρακτηρίζεται συχνά από τεράστιες επίπεδες επιφάνειες, με κιτρινωπούς σχίστες, πλούσιοι σε ανθρακικά άλατα.

Τα εδάφη χαρακτηρίζονται ως ερυθρά  μεσογειακά (Vx), ρηχά με βάθος 10-30 εκατ, ή πολύ ρηχά με βάθος μικρότερο των 5 εκατ. Παρατηρήσεις σε εδαφοτομές στην περιοχή της Vale Formoso έδειξαν ότι  ο επιφανειακός ορίζοντας Ap βρίσκεται πάνω σε έναν μεταβατικό ορίζοντα CB που προέκυψε από σημαντική αποσάθρωση του μητρικού πετρώματος (Vacca και Roxo, 1994). Εργαστηριακές αναλύσεις έδειξαν ότι ο Aρ ορίζοντας περιέχει  26-34% χονδρόκοκκη άμμο, 28-32% λεπτή άμμο, 12-24%  ιλύ, και 12-24%  άργιλλο ("έδαφος franc"). Η περιεκτικότητα σε οργανική ύλη είναι εξαιρετικά χαμηλή, και υπολογίζεται κατά μέσο όρο στο 2 %.

Το κλίμα είναι μεσογειακό, ηπειρωτικό, οι βροχοπτώσεις είναι συχνότερες το φθινόπωρο και το χειμώνα (67% των συνολικών ετήσιων βροχοπτώσεων κατά μέσον όρο), ενώ ακολουθεί μια μακρά ζεστή και ξηρή περίοδος από το Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο, η οποία προκαλεί σημαντική έλλειψη νερού στην υπάρχουσα βλάστηση που χαρακτηρίζεται με υπο-ξηροφυτικά  χαρακτηριστικά. Η μεταβλητότητα των βροχοπτώσεων  είναι μεγάλη ετησίως  (κυμαίνεται από 1041.4 χιλ έως 1989/90, και ως 236.4 χιλ 1980/81) και μηνιαίως (ο συνολικός ετήσιος μέσος όρος, για την περίοδο του 1931/90 ήταν 562mm), και μερικές φορές η βροχοπτώσεις συγκεντρώνεται σε μερικά πολύ έντονα φαινόμενα με ισχυρές καταιγίδες.  Οι περίοδοι ξηρασίας, που σε ορισμένες περιόδους  διαρκούν αρκετά έτη (π.χ. 1980-82, 1990-93), έχουν  σημαντικές κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις, σε σύγκριση με περιόδους εξαιρετικά υγρές οι οποίες βέβαια συμβαίνουν σχεδόν σπάνια. Η μέση ετήσια θερμοκρασία του αέρα είναι 16.3°C χωρίς σημαντική απόκλιση στην ευρύτερη  περιοχή. Οι μέσες  μέγιστες θερμοκρασίες ανέρχονται συχνά επάνω από 30ºC τον Ιούλιο και τον Αύγουστο (μέγιστες περίπου 43-44ºC για αρκετές ημέρες), και οι μέσες ελάχιστες  είναι της τάξης των 4ºC τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο.

Η ανάλυση της εξέλιξης της χρήσης  γης στο εσωτερικό του Alentejo (Casimiro 1993, Roxo 1994), κατά τη διάρκεια των τελευταίων 300 ετών έδειξε μια  δραματική αύξηση της γεωργικής γης με αντικατάσταση  δασών και θαμνωδών περιοχών. Στην αρχή του 19ου αιώνα η γεωργία ήταν ήδη πολύ διαδεδομένη με κύρια καλλιέργεια τα σιτηρά σε συνδυασμό με βόσκηση. Η εντατική  ανθρωπογενής περιβαλλοντική υποβάθμιση, ειδικά στις περιοχές που δεν ήταν κατάλληλες για γεωργικές χρήσεις ούτε και για ήπιας μορφής βόσκηση, εμφανίζεται από τον μεσαίωνα.

Εγκαταλειμμένες εκτάσεις Serra de Mιrtola Hills (φωτογραφία  P. Casimiro)
Εγκαταλειμμένες εκτάσεις Serra de Mértola Hills (φωτογραφία  P. Casimiro)

Μεταξύ της περιόδου 1900 και 1950, σχεδόν όλες οι  περιοχές με φυσική βλάστηση που απέμειναν (κορυφές λόφων, πολύ απότομες πλαγιές) μετασχηματίστηκαν σε εκτάσεις σιτηρών, καθώς η ανθρώπινη εγκατάσταση ενθαρρύνθηκε με την κοινοκτημοσύνη και την δωρεά γης. Το μεγαλύτερο μέρος του εσωτερικού του Alentejo κατέληξε σε μία άδενδρο περιοχή με μονοκαλλιέργεια σιτηρών και μικρά κομμάτια γης με βελανιδιές (quercus) και θάμνους. Αυτή η κατάσταση υποκινήθηκε περισσότερο από μια κυβερνητική πολιτική την αποκαλούμενη "Εκστρατεία  Σίτου", η οποία υποστήριζε τους  αγρότες με σπόρους, λιπάσματα, μηχανήματα και επιδοτήσεις. Μέχρι τη δεκαετία του 50 δεν υπήρξε καμία  επίσημη αναγνώριση του προβλήματος της υποβάθμισης της γης  το οποίο είχε λάβει μεγάλες διαστάσεις.

Μεταξύ 1950 και 1985 η γεωργία άρχισε να μειώνεται, οι κάτοικοι άρχισαν να μεταναστεύουν  στις μεγάλες πόλεις και στο εξωτερικό, και έτσι άρχισε η μείωση του πληθυσμού. Η εγκατάλειψη της γης ήταν πλέον  μια πραγματικότητα. Μετά την προσχώρηση της  Πορτογαλίας στην Ε.Ε το 1986, οι δαπάνες παραγωγής σίτου ήταν 3 έως 4 φορές μεγαλύτερες  από οποιοδήποτε άλλο μέρος   στην βόρεια Ευρώπη. Σήμερα  η τάση είναι η  εγκατάλειψη της γης ή η  μεταβολή της γεωργικής γης σε φυσική αναδασωτέα περιοχή με φυτικά είδη που ευδοκιμούν (quercus suber, quercus ilex), ή στις περισσότερες περιπτώσεις με πεύκα  (κωνοφόρα Πεύκη). Επίσης πολύ πρόσφατα παρατηρείται μεγάλο  ενδιαφέρον για την  διατήρηση βοοειδών, κυρίως  αγελάδες, εκτός από τα πρόβατα τα οποία άλλωστε προϋπήρχαν και επιπλέον επιδοτούνται με την  ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Πολιτική).

Με την αναδάσωση μεγάλες περιοχές που ήταν εγκαταλελειμμένες μετασχηματίζονται σε φυσικά λιβάδια,  και έτσι βελτιώνονται. Εντούτοις, αυτή η διαδικασία έχει τις κρίσιμες φάσεις εφαρμογής, δεδομένου ότι το έδαφος υπόκειται σε πρακτικές που ευνοούν την υποβάθμιση των φυσικο-χημικών ιδιοτήτων τους, όπως όταν κόβονται οι θάμνοι και καταστρέφονται, ή όταν προετοιμάζεται το έδαφος με βαθιά άροση για σπορά της φυσικής βλάστησης.

Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τα εδαφο-κλιματικά χαρακτηριστικά της περιοχής  Alentejo, η εγκατάλειψη της γης επιτρέπει την βελτίωση των εδαφικών συνθηκών, και ευνοεί την εμφάνιση φυσικών ειδών βλάστησης (ετήσια  και πολυετή είδη), τα οποία ελαχιστοποιούν και τείνουν σχεδόν να εξουδετερώσουν τις διαδικασίες της εδαφικής διάβρωσης. Πειραματικά αποτελέσματα σε  εδαφικά τεμάχια των 20 X 20 μέτρων σε εγκαταλειμμένες περιοχές  με διαφορετική ηλικία  (από 5 έως και περισσότερο από 25 έτη), που συγκεντρώθηκαν στα πλαίσια του προγράμματος MEDALUS ΙΙ, έδειξαν  (όσον αφορά τις εδαφικές ιδιότητες) μια σαφή βελτίωση σε οργανική ύλη, στις συνθήκες στράγγισης, καθώς επίσης και μια καλύτερη ανάπτυξη  του εδαφικού προφίλ. Όσο μεγαλύτερος είναι  ο χρόνος εγκατάλειψης τόσο μεγαλύτερη είναι η φυτοκάλυψη και τόσο μεγαλύτερος ο αριθμός των φυτικών ειδών που αναπτύσσονται.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι ο βαθμός αποκατάστασης εξαρτάται  από την κατάσταση της αρχικής υποβάθμισης. Ακόμη καιόταν η εγκατάλειψη της γης έγινε  πολύ καιρό πριν, υπάρχουν περιπτώσεις  όπου λόγω του υψηλού βαθμού υποβάθμισης,  η διεργασία της ερημοποίησης ακολουθεί μια εξαιρετικά αργή διαδικασία ή αναστροφή του φαινομένου είναι αδύνατη.

Παράδειγμα εγκατάλειψης της γης που συνοδεύεται με μεγάλους ρυθμούς  διάβρωσης και υποβάθμισης του εδάφους στην περιοχή  Alentejo (φωτογραφία  Σελ. Casimiro)

Η σχέση μεταξύ της υδατικής  διάβρωσης  και της  εγκατάλειψης της γης  έχει μετρηθεί σε πειράματα  διάβρωσης στην κοιλάδα Formoso, σε πειραματικό τεμάχιο  Wischmeier (20 X 8.33 μέτρα) που εγκαταλείφθηκε το 1989. Τα αποτελέσματα παρουσιάζουν σαφώς μια μείωση στο ρυθμό  διάβρωσης.

Μεταβολή στο ρυθμό  διάβρωσης κατά τη διάρκεια του χρόνου, σε εγκαταλειμμένες περιοχές στο  Alentejo

Αρχή 5

g Ισπανία

** awaiting input

Αρχή 5

 g Λεκάνη Agri, Ιταλία
Συντάκτες: Giovanni Quaranta, Rosanna Salvia< quaranta@unibas.it>

Για να γίνουν αντιληπτοί οι λόγοι εγκατάλειψης της γης στην λεκάνη Agri είναι απαραίτητο να εξετάσει κανείς τις αλλαγές χρήσης γης, και ειδικά για γεωργική χρήση.

Η λεκάνη Agri βρίσκεται στην περιοχή Basilicata,  της νότιας Ιταλίας. Βρίσκεται στο κέντρο των βουνών Basilicata Apennine και καλύπτει 1.730 τετραγωνικά χιλιόμετρα, με έναν πληθυσμό 94.291 κατοίκων. Ο ποταμός Agri ρέει σε μήκος 136 χλμ προς την Μεσόγειο.

Σημαντικές αλλαγές πραγματοποιήθηκαν στο φυσιογραφία της λεκάνης Agri στη νότια Ιταλία κατά τον τελευταίο αιώνα (Morano, 1994, Storia di una società rurale: la Basilicata nell'ottocento, Laterza, Bari), όταν πραγματοποιήθηκε μία μαζική  αποψίλωση των δασών (Tichy, 1962). Σε βάση τα διαθέσιμα 290.000 εκτάρια με δασική κάλυψη για το σύνολο της περιοχής Basilicata στην αρχή του τελευταίου αιώνα, υπολογίζεται ότι ένα 17% καταστράφηκε από το 1800 έως το 1860, ένα 20% από το 1860 έως το 1908, και ένα 19% από το 1908 έως το 1930. Παρά τα μέτρα που ελήφθησαν  από τις Γαλλικές και κατόπιν τις Βουρβονικές αρχές , περισσότερο από τα μισά δάση στην λεκάνη  Basilicata καταστράφηκε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Αυτό αποδίδεται  κυρίως στην αύξηση του πληθυσμού, αλλά και σε σημαντικές  κοινωνικές μεταβολές  κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα. Το αρχικό φεουδαρχικό  σύστημα διαδέχθηκε ένα νέο αστικό σύστημα ιδιοκτησιακού καθεστώτος της γης υπό την επιρροή του συστήματος latifundium που ήταν επίσης αρμόδιο για τις εκχερσώσεις, και για θέματα με βραχυπρόθεσμο ενδιαφέρον. Μετά από αυτήν την περίοδο της έντονης υποβάθμισης, οι εκτάσεις με δασική κάλυψη παρέμειναν αμετάβλητες. Κατ' αρχάς, ψηφίστηκε ένας ειδικός νόμος το 1923 (νόμος ν. 3267, 20 Δεκ. 1923) για την προστασία των δασών  καιτην λήψη μέτρων  αποκατάστασης. Παράλληλα  εμφανίζεται η "Εκστρατεία του Σίτου" για να αντισταθμίσει την αυξημένη  μετανάστευση και να καλύψει τις μεγάλες  ανάγκες του πληθυσμού, με συνέπεια την επέκταση της καλλιεργούμενης έκτασης  και την μείωση των μέτρων για την προστασία του εδάφους.

Παρά την "Εκστρατεία του Σίτου", η δασική έκταση σταθεροποιήθηκε από τη δεκαετία του '20 μέχρι τη δεκαετία του '80  λόγω των κινήτρων που δόθηκαν από την ιταλική κυβέρνηση και τις τοπικές αρχές  για αναδάσωση σε περιοχές ευαίσθητες  στην διάβρωση. Παράλληλα με τη διαδικασία αναδάσωσης που είχε αντίκτυπο κυρίως σε δημόσιες εκτάσεις, η αποψίλωση των δασών συνεχίστηκε σε ιδιωτικές εκτάσεις, που οδήγησαν σε μια αύξηση της καλλιεργούμενης γης. Αυτό ήταν επίσης το αποτέλεσμα των μέτρων της Ε.Ε στο γεωργικό τομέα που οδήγησε, από τη περίοδο του φασισμού, σε μια συνεχή αύξηση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων με σιτηρά.

Στην τελευταία δεκαετία η λεκάνη Agri, ακολουθώντας την ίδια τάση όπως η υπόλοιπη περιοχή  Basilicata, έχει δεχθεί  μια ισχυρή πίεση μεταξύ των αξιών   της Συνολικής Γεωργικής Έκτασης (TAA) και  της Ωφέλιμης Γεωργικής Έκτασης (UAA.).

Συνολική Γεωργική Έκταση (TAA) και Ωφέλιμη Γεωργική Έκταση (UAA.), μεταβολές μεταξύ 1990-2000

Μια τέτοια μείωση της έκτασης της γεωργικής γης είχε  επιπτώσεις στους τύπους και την κατανομή των καλλιεργειών. Εξετάζοντας τον τύπο καλλιεργειών που απαιτεί τη συνεπέστερη εφαρμογή των μέτρων  (δηλ. αροτριαίες  και δενδρώδεις καλλιέργειες) και εξετάζοντας τις αλλαγές  στη συνολική επιφάνεια, φαίνεται ότι σε ολόκληρη τη λεκάνη Agri, υπάρχει μια προοδευτική μείωση του βαθμού γεωργικής χρήσης του εδάφους.

Αλλαγές σε έκταση καλλιεργειών/συνολική έκταση επιφάνειας στην ανώτερη, μέση και κατώτερη περιοχή της λεκάνης Agri

Μια σύγκριση μεταξύ  των πληροφοριών και των τάσεων σε αροτριαίες και δενδρώδεις καλλιέργειες σε σχέση με τη ωφέλιμη γεωργική έκταση επιτρέπει μια σαφέστερη ερμηνεία των όσον έχουν  συμβεί σε διαφορετικά τμήματα της λεκάνης.

Εντατικές εκτάσεις καλλιεργειών/ωφέλιμη γεωργική έκταση

Στο κατώτερο τμήμα  της  Agri, αν και παρατηρείται  μια μεταβολή περίπου 10% στη γεωργική χρήση της γης, ο πρωτογενής τομέας παρουσιάζει  μια ενδυνάμωση. Το  91% της ωφέλιμης γεωργικής έκτασης είναι εντατικές καλλιέργειες. Στην πραγματικότητα υπάρχει ισχυρός ανταγωνισμός για τη χρήση των εδαφικών πόρων μεταξύ του γεωργικού τομέα και των άλλων τομέων οικονομικού ενδιαφέροντος, ειδικά ο τουρισμός, και αυτό εξηγεί την προοδευτική μείωση της γεωργικής γης στις περιοχές αυτές.

Εντατική καλλιέργεια στο κατώτερο τμήμα της λεκάνης Agri (φωτογραφία  G. Quaranta)

Στο μέσο τμήμα  της λεκάνης Agri, και οι δυο παράμετροι  παρουσιάζουν αρνητικά σημεία  υπογραμμίζοντας την εκτατική γεωργική δραστηριότητα και την προοδευτική εγκατάλειψη της γης. Για την ανώτερη περιοχή της λεκάνης Agri υπάρχει παρόμοια τάση, αν και παρατηρείται  σε μικρότερο βαθμό  σε σύγκριση με την κατώτερο τμήμα της  Agri.

Λεκάνη Agri: κατοικημένη περιοχή (φωτογραφία  G. Quaranta)

Μια περαιτέρω επιβεβαίωση του βαθμού περιθωριοποίησης της γης του μέσου τμήματος  της λεκάνης Agri προέρχεται από το γεγονός της παρουσίας ή της απουσίας αγροτικών οικογενειών που ζουν στα αγροκτήματα. Τα στοιχεία από την τελευταία απογραφή έδειξαν  ότι στην πραγματικότητα μόνο το 39% των αγροκτημάτων σε αυτήν την περιοχή κατοικούνται. Αυτό είναι εξαιρετικά ανησυχητικό εάν η διατήρηση της φυσιογραφίας του τοπίου σχετίζεται με την παρουσία των αγροτών στην γη τους.

Αρχή 5

g Λέσβος, Ελλάδα
Συντάκτης: Κωνσταντίνος Κοσμάς <lsos2kok@aua.gr>

Η νήσος  Λέσβος βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα  του Αιγαίου πελάγους και  καλύπτει  έκταση 163.429 εκταρίων. Χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία σε τοπία,  λιθολογία και σε κλιματικές συνθήκες. Παρατηρούνται διάφορες χρήσεις γης αντιπροσωπευτικές των μεσογειακών περιοχών όπως ημι-φυσικά δάση και θάμνοι, γεωργικές καλλιέργειες οι οποίες σε ένα μεγάλο μέρος εγκαταλείπονται. Το κλίμα της περιοχής χαρακτηρίζεται από  μεγάλες εποχιακές και χωρικές ανισοκατανεμημένες βροχοπτώσεις, και  μεγάλες διακυμάνσεις μεταξύ των ελάχιστων και μέγιστων θερμοκρασιών κατά την διάρκεια της ημέρας, χαρακτηριστικά των μεσογειακών κλιματικών συνθηκών. Μια μεταβολή  παρατηρείται  στις βροχοπτώσεις από  677 χιλ. στο ανατολικό και κεντρικό τμήμα της νήσου σε 415 χιλ. στο δυτικό τμήμα. Η μέση θερμοκρασία του αέρα είναι 17.7°C χωρίς καμία ουσιαστική μεταβολή  κατά μήκος του νησιού. Το μεγαλύτερο μέρος της νήσου έχει ήδη υποβαθμιστεί σε μεγάλο βαθμό, και το υπόλοιπο υφίσταται μια βραδεία  αλλά σταθερή υποβάθμιση των φυσικών πόρων του.

Η ανάλυση της εξέλιξης των χρήσεων  γης στη Λέσβο κατά τη διάρκεια των τελευταίων 4000 ετών έδειξε μία σημαντική αύξηση στη γεωργική γη αντικαθιστώντας δασικές εκτάσεις. Πολλές από τις περιοχές όπου αρχικά είχαν δάση αποψιλώθηκαν προκειμένου να στηρίξουν την ανάπτυξη της γεωργίας. Δεδομένου όμως ότι τα εφαρμοζόμενα μέτρα για τη διατήρηση και προστασία του εδάφους ήταν ανεπαρκή, οι περιοχές αυτές διαβρώθηκαν σημαντικά και τελικά εγκαταλείφθηκαν. Η υπερβόσκηση και οι πυρκαγιές  υποβάθμισαν την  φυσική βλάστηση και περιόρισαν την αναγέννησή της. Σήμερα αυτές οι περιοχές είναι κυρίως μη παραγωγικές και αραιοκατοικημένες. Η κοινωνικο-οικονομική και πολιτική δομή  καθόριζε την ανθρώπινη επίδραση στο περιβάλλον που ήταν όλο και περισσότερο αρνητική, ευνοώντας έτσι την ερημοποίηση. Εκτεταμένες  περιοχές  που καλλιεργήθηκαν με σιτηρά, αμπέλια και ελιές εγκαταλείφθηκαν  πριν από 45-50 χρόνια  λόγω χαμηλής παραγωγικότητας της γης. Μετά την εγκατάλειψη, η περιοχή παρέμεινε σε συνθήκες μέτριας βόσκησης και οι αναπτυσσόμενοι θάμνοι περιοριζόταν με σποραδικές τεχνητές πυρκαγιές.

Ιδιαίτερα διαβρωμένη λοφώδης περιοχή στη Λέσβο (Ελλάδα) μετά από καλλιέργεια με ξηρικές καλλιέργειες  για μια μεγάλη περίοδο που κατόπιν εγκαταλείφθηκαν. Σήμερα χρησιμοποιείται ως βοσκότοπος (φωτογραφία  Κ. Κοσμάς)

Λεπτομερείς μελέτες πραγματοποιήθηκαν  στην Λέσβο σχετικά με την επίδραση της αλλαγής χρήσης της γης από  καλλιεργήσιμη γεωργική σε μη καλλιεργούμενο βοσκότοπο (εγκαταλειμμένος) στις εδαφικές ιδιότητες και την επικρατούσα βλάστηση. Οι μετρήσεις αφορούσαν ιδιότητες που σχετίζονται με την  προστασία του εδάφους μετά την εγκατάλειψη, όπως η κατάσταση γονιμότητας (περιεκτικότητα σε οργανική ουσία, pH, ικανότητα ανταλλαγής κατιόντων, ανταλλάξιμο κάλιο και νάτριο), η ικανότητα αποθήκευσης ύδατος (χαρακτηριστικά διατήρησης εδαφικού ύδατος, βάθος εδάφους), η αντίσταση στη διάβρωση (σταθερότητα δομής), και τα χαρακτηριστικά βλάστησης (είδη φυτών, φυτική κάλυψη) (Κοσμάς et al, 2000). Τα αποτελέσματα  έδειξαν ότι το pH του εδάφους, και η ικανότητα ανταλλαγής κατιόντων επηρεάστηκαν ελαφρώς μετά από την εγκατάλειψη σε σύγκριση με τα καλλιεργούμενα  εδάφη. Η συγκέντρωση του ανταλλάξιμου νατρίου και καλίου ήταν μεγαλύτερη  στα καλλιεργούμενα εδάφη. Η περιεκτικότητα σε οργανική ύλη και η σταθερότητα της δομής του εδάφους αυξήθηκαν σημαντικά στα εγκαταλειμμένα εδάφη. Τα φυσικά χαρακτηριστικά του μητρικού υλικού επηρέασαν πολύ την επικράτηση της φυσικής βλάστησης. Μετρήθηκε ένα κρίσιμο βάθος εδάφους των 25-30 εκατ., κάτω από το οποίο η φυσική πολυετής φυτοκάλυψη μειώθηκε σημαντικά κάτω από τις επικρατούσες κλιματικές συνθήκες της περιοχής. Το ποσοστό μείωσης σχετιζόταν με το μητρικό υλικό. Η πολυετής βλάστηση δεν μπορεί να αναπτυχθεί  εάν το έδαφος διαβρωθεί κάτω από ένα δεύτερο κρίσιμο βάθος, που κυμαίνεται στα 4-10 εκατ., αναλόγα του μητρικού υλικού. Η μελέτη έδειξε ότι το βάθος του εδάφους είναι η σημαντικότερη παράμετρος που πρέπει να εξεταστεί για τον σχεδιασμό της αλλαγής χρήσης γης από γεωργία σε βοσκότοπο ή σε εγκατάλειψη.

5 Αρχή

g Επισκόπηση των  αλληλλο-συσχετίσεων  μεταξύ των δεικτών
Συντάκτης: Κωνσταντίνος Κοσμάς <lsos2kok@aua.gr>

Η διαδικασία της εγκατάλειψης της γης μπορεί να επηρεαστεί από διάφορους παράγοντες που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον, την διαχείριση της γης καθώς και τα κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά μιας περιοχής. Η εγκατάλειψη της γης από τη γεωργία μπορεί να προβλεφθεί με την αξιολόγηση των διάφορων δεικτών που σχετίζονται  με την παραγωγικότητα του εδάφους και το εισόδημα αγροτών, όπως είναι το βάθος του εδάφους, το μητρικό υλικό, η κλίση της επιφανείας του εδάφους, το ύψος και η κατανομή των βροχοπτώσεων, οι υπάρχουσες επιδοτήσεις, η μετανάστευση του πληθυσμού, η διαθεσιμότητα  νερού  και η δυνατότητα πρόσβασης σε αυτό. Αρκετοί από αυτούς τους δείκτες είναι αλληλένδετοι και εξαρτώνται από τις τοπικές συνθήκες.

Δείκτες σχετικοί με την εγκατάλειψη της γης

Εξ ορισμού, οι ημί-ξηρες περιοχές έχουν περιορισμένο διαθέσιμο νερό και είναι επομένως δυνητικά  ευαίσθητες στην περιβαλλοντικές μεταβολές  επηρεάζοντας την ανάπτυξη των φυτών. Το διαθέσιμο νερό για τα φυτά που αναπτύσσονται εξαρτάται από τις κλιματικές συνθήκες (βροχοπτώσεις, εξατμισοδιαπνοή) και την αποθηκευτική ικανότητα του εδάφους σε νερό. Η αποθηκευτική ικανότητα σε νερό  καθορίζεται από την υδατοχωρητικότητα (WHC) κάθε εδαφικής στρώσης ή ορίζοντα  και αυτή εξαρτάται από την κοκκομετρική  σύσταση, το βάθος του εδάφους, το ποσοστό σε πέτρες και χαλίκια  και το μητρικό υλικό. Όπως φαίνεται στο παρακάτω σχήμα η παραγωγή βιομάζας σιταριού που μετρήθηκε σε λοφώδεις περιοχές της Ελλάδος σχετίζεται σαφώς με το βάθος του εδάφους. Λόγω των ξηρών κλιματικών συνθηκών, που επικρατούν γενικά στην Ελλάδα, η παραγωγή ξηρικού  σίτου  μειώνεται σημαντικά, η καλλιέργεια γίνεται μη κερδοφόρα όπου το βάθος του εδάφους είναι μικρότερο των 30 εκατ. και κατά συνέπεια η γη αυτή πρέπει να εγκαταλειφθεί. Από το παρακάτω σχήμα  προκύπτει ότι το βάθος 25-30 εκατ. πρέπει να θεωρηθεί ως κρίσιμο βάθος. Συνεπώς περιοχές με αβαθή εδάφη (βάθος 25-30 εκατ.) και υπό τις επικρατούσες κλιματικές  συνθήκες  πρέπει να εγκαταλειφθούν από την γεωργία επιτρέποντας στη φυσική βλάστηση να αναπτυχθεί για  επαρκή προστασία από την διάβρωση. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι αυτό το κρίσιμο βάθος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον σχεδιασμό  χρήσεων γης και την προστασία του περιβάλλοντος σύμφωνα βέβαια με τα  ιδιαίτερα χαρακτηριστικά  εδάφους και κλίματος που επικρατούν σε μία  περιοχή. Η γενίκευση αυτού του συμπεράσματος μπορεί να είναι επικίνδυνη για άλλες περιοχές.

Σχέση της συνολικής παραγωγής βιομάζας σίτου  και βάθος εδάφους  (Κοσμάς et al., 2001)

Τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, οι ευνοϊκές εδαφικές και οι κλιματικές συνθήκες και η διαθεσιμότητα επιφανειακών ή υπόγειων υδάτων   έχουν οδηγήσει στην εντατική καλλιέργεια των πεδινών περιοχών της Μεσογείου. Η ανάπτυξη εντατικών καλλιεργειών  στις πεδιάδες είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες  και οικονομικότερες αποδόσεις σε σύγκριση με τις αντίστοιχες στις λοφώδεις περιοχές ή σε περιοχές με αναβαθμούς. Επιπλέον, η ανάπτυξη γρήγορων μέσων μεταφοράς και η χαμηλού κόστους διακοπές έχουν ενθαρρύνει την επέκταση του εγχώριου και διεθνούς μαζικού τουρισμού κατά τα τελευταία 30 χρόνια. Η γρήγορη επέκταση του τουρισμού σε όλη τη μεσογειακή Ευρώπη ειδικά κατά μήκος των ακτών έχει οδηγήσει στην εντατικοποίηση  της γεωργίας στις πεδινές περιοχές, την εγκατάλειψη του γεωργικών εδαφών σε λοφώδεις περιοχές με ή χωρίς αναβαθμούς, και την αύξηση του αριθμού και της συχνότητας των πυρκαγιών. Η μεγάλη  ζήτηση στην κατανάλωση του νερού για ύδρευση ή σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της τιμής του νερού και του κόστους της γεωργικής παραγωγής, ενώ σε πολλές περιπτώσεις νερό χαμηλής ποιότητας χρησιμοποιείται για την άρδευση (νερό με μεγάλη ηλεκτρική αγωγιμότητα). Η άρδευση του εδάφους με νερό που περιέχει μεγάλες  συγκεντρώσεις σε άλατα αυξάνει την αλατότητα του εδάφους, με αποτέλεσμα την δημιουργία  μη παραγωγικής γης, η οποία εγκαταλείπεται και ερημοποιείται, ειδικά σε πεδιάδες που βρίσκονται κατά μήκος των ακτών.

Η διάβρωση του εδάφους λόγω της επιφανειακής απορροής του νερού, των ανέμων και των πρακτικών άροσης αποτελεί  σοβαρή απειλή στην  ποιότητα του εδάφους και στην παραγωγικότητα. Οι πρακτικές άροσης μετατοπίζουν  μεγάλες ποσότητες  εδάφους από τις ανώτερες κυρτές κεκλιμένες επιφάνειες  και τις αποθέτουν στις κατώτερες κοίλες επιφάνειες σε λοφώδεις καλλιεργούμενες  περιοχές. Τα αποτελέσματα της εδαφικής διάβρωσης στην παραγωγικότητα εξαρτώνται κατά ένα μεγάλο μέρος από το πάχος και την ποιότητα του επιφανειακού ορίζοντα και  την φύση του υπεδάφους (Frye et al., 1985; Acton and Padbury, 1993). Η παραγωγικότητα των βαθιών εδαφών με μεγάλου πάχους επιφανειακό ορίζοντα και με καλές  ιδιότητες στο υπεδάφος  δεν επηρεάζονται ουσιαστικά από την διάβρωση. Αντίθετα, τα περισσότερα λοφώδη εδάφη είναι ρηχά ή έχουν μερικές ανεπιθύμητες ιδιότητες στο υπέδαφος, όπως πετροκαλσικό ορίζοντα, ή συμπαγή βράχο με δυσμενείς επιπτώσεις  στην παραγωγή. Σε αυτές τις περιοχές η παραγωγικότητα του εδάφους  μειώνεται επειδή  το πάχος του επιφανειακού ορίζοντα περιορίζεται  και άγονο εδαφικό υλικό από το υπέδαφος αναμειγνύεται με τον επιφανειακό ορίζοντα κατά το όργωμα, ή η αποθηκευτική ικανότητα του εδάφους σε νερό  και το βάθος του ενεργού ριζοστρώματος μειώνεται

Σε πολλές λοφώδεις περιοχές  έχουν διαμορφωθεί  αναβαθμοί  (πεζούλες) για την καλλιέργεια  σιτηρών,  αμπέλων, ελαιώνων  και άλλων καλλιεργειών. Σε πολλές περιπτώσεις οι πεζούλες, που έχουν κατασκευαστεί με  πέτρες, είναι εκατοντάδων ή ακόμα και χιλιάδων ετών. Ατομικές πεζούλες σε σχήμα μισοφέγγαρου έχουν κατασκευαστεί προκειμένου να υποστηρίξουν  μεμονωμένα δέντρα. Μετά την κατασκευή, έδαφος μεταφέρεται από άλλες θέσεις για το γέμισμα των πεζούλων. Η πρακτική διατήρησης των πεζούλων απαιτεί σήμερα  μεγάλες δαπάνες. Η σημασία αυτών των πεζούλων έχει σημαντικά μειωθεί τις τελευταίες δεκαετίες λόγω μειωμένης βατότητας και δυνατότητας καλλιέργειας με γεωργικά μηχανήματα. Σήμερα πολλές από αυτές τις περιοχές έχουν εγκαταλειφθεί,  και πολλές πεζούλες έχουν καταρρεύσει προκαλώντας την γρήγορη απώλεια του εδάφους με την επιφανειακή απορροή του νερού της βροχής. Σε ορισμένες  περιπτώσεις οι πεζούλες προστατεύονται με την ανάπτυξη των ριζών των  φυτών που συγκρατούν τις πέτρες.  Η διατήρηση αυτών των κατασκευών είναι πολύ δαπανηρή σε σύγκριση με άλλες πρακτικές προστασίας του εδάφους από την διάβρωση.

Εγκαταλειμμένο έδαφος με αναβαθμούς  στην Πελοπόννησο (Ελλάδα) με περιορισμένη  δυνατότητα πρόσβασης. Οι πεζούλες έχουν καταρρεύσει με συνέπεια την ισχυρή εδαφική διάβρωση (φωτογραφία Κ. Κοσμάς).

Η διαδικασία της υποβάθμισης του εδάφους μπορεί να επιταχυνθεί  από την  εντατική βόσκηση με μεγάλο αριθμό ζώων που οδηγεί στην υποβάθμιση της βλάστησης και την συμπίεση του εδάφους. Μια προφανής συνέπεια της υπερβόσκησης είναι η αύξηση της εδαφικής διάβρωσης, δεδομένου ότι η βαθμιαία απογύμνωση εκθέτει το έδαφος στη διάβρωση από το νερό και τον αέρα. Κάτω από αυτές τις  συνθήκες διαχείρισης, και σε περίπτωση που τα εδάφη έχουν περιοριστικούς υπο-επιφανειακούς ορίζοντες, όπως πετροκαλσικός ή συμπαγής βράχος,  και  λόγω του μεγάλου βαθμού διάβρωσης και των ξηροθερμικών κλιματικών συνθηκών  δεν μπορούν να υποστηρίξουν ικανοποιητική βλάστηση, οδηγώντας έτσι στην ερημοποίηση και στην εγκατάλειψη της γης. Η υπερβόσκηση αυτών των κλιματικά και τοπογραφικά οριακών περιοχών, ειδικά όταν επηρεάζονται από τις πυρκαγιές, προάγει την  ερημοποίηση, υποβαθμίζοντας περαιτέρω  τους εδαφικούς πόρους.

Βοσκότοπος στην περιοχή Beja (Πορτογαλία) με μια μεγάλη πυκνότητα ζώων βοσκής που ευνοεί την συμπίεση του εδάφους και την διάβρωση (φωτο Κ. Κοσμάς).

Η χαμηλή παραγωγικότητα της γης σε συνδυασμό με μικρό αγροτικό κλήρο  έχει οδηγήσει στη μαζική μετανάστευση των ανθρώπων από τις αγροτικές σε αστικές περιοχές. Η γη εγκαταλείπεται από την γεωργία ή χρησιμοποιείται από τους εναπομείναντες αγρότες. Οι επιδοτήσεις χορηγούνται  σήμερα για συγκεκριμένους τύπους καλλιεργειών ή χρήσεων γης (όπως ελιές, σιτηρά, κτηνοτροφία) έχοντας μεγάλες επιπτώσεις στην ένταση της χρήσης  γης, της λήψης αποφάσεων χρήσης της γης, και στο εισόδημα των αγροτών. Για παράδειγμα, σε μερικές περιπτώσεις η παραγωγικότητα των λοφωδών περιοχών με ρηχά εδάφη και ημι-ξηρες  κλιματικές συνθήκες που καλλιεργούνται με σιτηρά είναι πολύ χαμηλή, και όχι οικονομικά εφικτή χωρίς επιδότηση. Σε αυτές τις περιπτώσεις η γη πρέπει να εγκαταλειφθεί ή να χρησιμοποιηθεί ως βοσκότοπος εάν οι επιδοτήσεις που διατίθενται ανά εκτάριο διακοπούν. Στους βοσκότοπους ο αριθμός των ζώων έχει αυξηθεί σημαντικά στις τελευταίες δεκαετίες λόγω της χορηγήσεως των επιδοτήσεων με βάση των αριθμό των ζώων. Σε πολλές περιπτώσεις οι επιδοτήσεις έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην υποβάθμιση εδάφους και την ερημοποίηση της εγκαταλειμμένης γης.

Αναφορές

  • Acton, D.F., Padbury, G.A., 1993. A conceptual framework for soil quality assessment and monitoring. In: O.F. Acton (ed.), a program to assess and monitor soil quality in Canada: Soil quality evaluation program Summary (interim). Centre for Land and Biological Resources Research, No. 93-49, Agriculture, Canada, Ottawa.
  • Clark, S.C., 1996. Mediterranean ecology and an ecological synthesis of the field sites. In: J. Brandt and J. Thornes (eds), Mediterranean Desertification and Land Use. J. Willey and Sons, pp. 271-299.
  • Dell, B., Hopkins, J. M., and Lamont, B. B., 1986. Introduction. In: B. Dell, A. J. M. Hopkins, and B. B. Lamont (eds.). Resilience in Mediterranean ecosystems. Dr. W. Junk Publishers, Dordrecht, Netherlands, pp. 1-3.
  • Elwell, H.A. and Stocking M.A. , 1976. Vegetal cover to estimate soil erosion hazard in Rhodesia. Geoderma, 15:61-70.
  • Fox, B. J., and Fox, M.D., 1986. Resilience of animal and plant communities to human disturbance. In: B. Dell, A. J. M.
  • Hopkins, and B. B. Lamont (eds.). Resilience in Mediterranean ecosystems. Dr. W. Junk Publishers, Dordrecht, Netherlands, pp. 39-64.
  • Francis C. F. and Thornes, J. B., 1990. Runoff hydrographs from three Mediterranean vegetation cover types. In : J.B.
  • Thornes (ed.), Vegetation and Erosion, Processes and Environments. Wiley, Chichester, pp. 363-384.
  • Frye, W. W., Bennett, O.L., Buntley, G.J., 1985. Restoration of crop productivity on eroded of degraded soils. In: R.F.
  • Follett, and B.A. Stewart (eds.), soil erosion and crop productivity. American Society of Agronomy, Madison WI, 335-356 pp.
  • Jaiyeoba, I.A., 1995. Changes in soil properties related to different land uses in part of the Nigerian semi- arid Savannah. Soil Land Use and Management J., 11: 84-89.
  • Grove, A. T., and Rackham, O., 1996. Physical, biological and human aspects of environmental change. In: MEDALUS II-Project 3, Managing Desertification. EV5V-CT92-0165, pp. 39-64.
  • Kosmas, C., Danalatos, N., Cammeraat, L.H., Chabart, M., Diamantopoulos, J., Farand, R., Gutierrez, L., Jacob, A., Marques, H., Martinez-Fernandez, J., Mizara, A., Moustakas, N., Nicolau, J.M. Oliveros, C., Pinna, G., Puddu, R., Puigdefabregas, J.,
  • Roxo, M., Simao, A., Stamou, G., Tomasi, N., Usai, D., and Vacca, A., 1997. The effect of land use on runoff and soil erosion rates under Mediterranean conditions. Catena, 29:45-59.
  • Kosmas, C., Gerontidis, St., and Marathainou, M. 2000. The effect of land use change on soil and vegetation over various lithological formations on Lesvos (Greece). Catena, 40:51-68.
  • Kosmas, C., Gerontidis, St., Marathianou, M., Detsis, V., and Zafiriou, Th. 2001. The effect of tillage erosion on soil properties and cereal biomass production. Soil & Tillage Research J. 58:31-44.
  • Lee, C.R. and Skogerboe, J.G., 1985. Quantification of erosion control by vegetation on problem soils. In: Al Swaify, W.C.
  • Moldenhauer and A. Lo (eds), Soil erosion and Conservation. Soil conservation Soc. of America, pp. 437-444.
  • Lopez-Bermudez, F., Romero-Diaz, A., Martinez-Fernandez, J. and Martinez-Fernandez, J., 1996. The El Ardal Field Site : Soil and Vegetation Cover. In: J. Brandt and J. Thornes (eds), Mediterranean Desertification and Land Use. J. Willey and Sons, pp. 169-188.
  • Martinez-Fernandez, J., Lopez-Bermudez, F., Martinez-Fernandez, J., Romezo-Diaz, A., 1995. Land use and soil-vegetation relationships in a Mediterranean ecosystem: El Ardal, Murcia, Spain. Catena, 25:153-167.
  • Martinez-Fernandez, J., Martinez - Fernandez, J., Lopez-Bermudez, F., Romero-Diaz, M.A. and Belmonte-Serrato, F., 1996. Evolution of vegetation and pedological characteristics in fields with different age of abandonment: a case study in Murcia (Spain). Soil degradation and desertification in Mediterranean environments. Geoforma Ediciones, pp. 279-290.
  • Puigdefabregas, J., Alonso, J. M., Delgado, L., Domingo, F., Cueto, M., Gutierrez, L. Lazaro, R., Nicolau, M. J., Sanchez, G., Sole, A., Vidal, S., Aguilera, C., Brenner, A., and Clark, S., Incoll, L., 1996. The Rambla Honda field site: Interactions of soil and vegetation along a catena in semi-arid southeast Spain. In: J. Brandt and J. Thornes (eds), Mediterranean Desertification and Land Use. J. Willey and Sons, pp. 137-168.
  • Roxo, M. J., Cortesao Casimiro, P., and Soeiro de Brito, R., 1996. Inner Lower Alentejo field site: Cereal cropping, soil degradation and desertification. In: J. Brandt and J. Thornes (eds), Mediterranean Desertification and Land Use. J. Willey and Sons, pp. 111-135.
  • Trimble, S.W. 1990. Geomorphic effects of vegetation cover and management: some tome and space considerations in prediction of erosion and sediment yield. In: J.B. Thornes (ed.), Vegetation and erosion processes and environments, J. Willey and Sons, pp. 55-66.
  • Unger, P.W., 1997. Management - induced aggregation and organic carbon concentrations in the surface layer of a Torrertic Paleustoll. Soil & Tillage Research, 42:185-208.
  • Westman, W. E., 1986. Resilience: concepts and measures. In: B. Dell, A. J. M. Hopkins, and B. B. Lamont (eds.). Resilience in Mediterranean ecosystems. Dr. W. Junk Publishers, Dordrecht, Netherlands, pp. 5-19.

5 Αρχή