|
|
Χρήση
γης: Αμπελώνες
Συντάκτης: Κωνσταντίνος
Κοσμάς <lsos2kok@aua.gr>
g
Δείκτες κινδύνου
ερημοποίησης στους αμπελώνες λόγω διάβρωσης
του εδάφους
Ανάμεσα σε πολλούς
δείκτες που υπάρχουν στην βάση δεδομένων, οι ακόλουθοι έχουν αποδειχθεί
εμπειρικά ότι ασκούν το σημαντικότερο ρόλο
στον καθορισμό του κινδύνου ερημοποίησης στους αμπελώνες
στην Ελλάδα.

5
Αρχή
g
Παράδειγμα
υπολογισμού του κινδύνου ερημοποίησης
στους
αμπελώνες λόγω της
διάβρωσης του εδάφους
Σημείωση.
Όπως
αναφέρθηκε
και στο
κεφάλαιο περί
μεθοδολογίας,
η μέθοδος αυτή
αναπτύχθηκε
με τη χρήση πολλαπλής
γραμμικής ανάλυσης
δεδομένων που
συλλέχθηκαν
σε επιτόπιες έρευνες στην
Ελλάδα. Ιδιαίτερη
προσοχή θα
πρέπει να
δοθεί στην
ερμηνεία των
αποτελεσμάτων
σε περίπτωση
που
εφαρμοστεί η ίδια
μέθοδος σε άλλες
περιοχές. Το
καλύτερο είναι να γίνεται προσαρμογή σε κάθε νέα
περιοχή,
χρησιμοποιώντας
τοπικά
στοιχεία,
και ακολουθώντας
την παρούσα
μεθοδολογία.
5
Αρχή
g
Παραδείγματα κινδύνου ερημοποίησης σε αμπελώνες
 |
Αμπελώνας
που αναπτύσσεται σε σχετικά βαθύ, λεπτόκοκκο
έδαφος, με μέτρια κλίση, χωρίς ανθρακικά άλατα, που
οργώνεται δύο φορές ετησίως, με μέτρια διάβρωση και ταξινομείται ως Luvisol. Αυτή η περιοχή υπόκειται σε υψηλό κίνδυνο
ερημοποίησης (ΔΡ = 6.85) (Φωτογρ Κ. Κοσμάς) |
 |
Αμπελώνας
που
καλλιεργείται σε ένα αλλουβιακό πεδίο,
με πολύ βαθύ λεπτόκοκκο έδαφος, υψηλό δείκτη ξηρότητας, που οργώνεται δύο φορές ετησίως, και με συχνότητα πλημμύρων μία φορά
κάθε 3-5 έτη. Αυτή η περιοχή υπόκειται σε χαμηλό κίνδυνο
ερημοποίησης
( ΔΡ
= 2.74)
(Φωτογρ Κ. Κοσμάς) |
5
Αρχή
g
βασικές πληροφορίες για την καλλιέργεια της αμπέλου
στη Μεσογειακή Ευρώπη
Έκταση της καλλιέργειας
της αμπέλου στη Μεσογειακή
Ευρώπη:
| Ελλάδα |
Το κρασί έχει
εμφανισθεί στην Ελλάδα από αρχαιοτάτων χρόνων (4000
π.Χ.). Η καλλιέργεια της αμπέλου
άρχισε γύρω στο 25ο αιώνα π.Χ. Διάφορες
ποικιλίες περιγράφονται από τον Αριστοτέλη, τον Θεόφραστο, και
τον Ησίοδο, ενώ πολλές παραδόσεις στην Ελλάδα σχετίζονται με το αμπέλι
και τα προϊόντα του στην αρχαιότητα. Το
κρασί πάντοτε έχαιρε της εκτίμησης στην Ελλάδα, έτσι οι αμπελώνες
εμφανίζονται σήμερα σε περιοχές της χώρας όπου οι
κλιματικοί παράγοντες είναι ευνοϊκοί, και σε συνδυασμό με άλλες
καλλιέργειες, υποστηρίζουν το οικογενειακό εισόδημα.
Οι αμπελώνες καλύπτουν μια έκταση πάνω από 150.000
εκτάρια στην Ελλάδα, με τα μισά από αυτά να
καταλαμβάνουν οι ποικιλίες παραγωγής κρασιού. Η
καλλιέργεια της αμπέλου μειώθηκε τις προηγουμένες
δεκαετίες
εξαιτίας της προσβολής από την φυλλοξήρα και από άλλες ασθένειες. Οι νέες φυτείες,
εμφανίζουν μεγαλύτερη αντίσταση
στη φυλλοξήρα, και έχουν φυτευτεί σε περιοχές όπως η Κρήτη και η
Πελοπόννησος όπου προσβλήθηκαν περισσότερο. Το παραγόμενο κρασί εξαρτάται από τους κλιματικούς
παράγοντες, τα
εδαφικά χαρακτηριστικά, και από την ποικιλία του σταφυλιού.
Μερικές από τις σημαντικές ποικιλίες αμπέλου (Vitis vinifera
L.)
που συνδέονται και με κρασιά εμπορικής ονομασίας είναι: το Σαββατιανό,
το Αγιωργήτικο,το Μοσχάτο,
ο Ροδίτης, η Σουλτανίνα,
η Κορινθιακή, η Βιλάνα, το Λιάτικο,
το Μανδηλάρια,
το Ασύρτικο, το Λημνιό,
το Καπερνέ,
το Κρασάτο,
η Μαυροδάφνη, και η Ρομπόλλα. |
Εδάφη, τοπογραφία, και κλιματικοί παράγοντες που
καλλιεργείται η άμπελος:
| Ελλάδα |
Οι
αμπελώνες στην Ελλάδα βρίσκονται κατά προσέγγιση μεταξύ των
γεωγραφικών συντεταγμένων 33° και 41° Βόρειου γεωγραφικού
πλάτους. Καλλιεργούνται σε διάφορες κλιματικές,
εδαφικές και τοπογραφικές συνθήκες. Τα σημαντικότερα
κλιματικά χαρακτηριστικά είναι η θερμοκρασία αέρα,
οι βροχοπτώσεις, η διάρκεια
ηλιοφάνειας, οι άνεμοι και ο
παγετός. Η ελάχιστη θερμοκρασία αέρος για
την έναρξη της βλάστησης είναι 10°C. Η άμπελος
καλλιεργείται στις ακόλουθες τρεις κλιματικές ζώνες της Ελλάδος:
- Την
ηπειρωτική ζώνη
της Βόρειας
Ελλάδας, που περιλαμβάνει την
ηπειρωτική εσωχώρα
της Ηπείρου,
την Μακεδονία
και το μεγαλύτερο
μέρος της Θεσσαλίας,
διαθέτει κλίμα
το οποίο βαθμιαία
μεταβάλλεται
από το τυπικό
Μεσογειακό προς
το ψυχρότερο
κλίμα της Κεντρικής
Ευρώπης.
- Την νησιωτική
μεσογειακή ζώνη
του Ιονίου, που περιλαμβάνει
τις παράκτιες
περιοχές της
Δυτικής Ελλάδας
και των Ιονίων
νήσων.
- Την
Μεσογειακή ηπειρωτική
ζώνη, που περιλαμβάνει: Ν.Α. Ελλάδα
(Αιγαίο) έως Θεσσαλία,
νησιά ΑΙγαίου
και Κρήτη. Το
κλίμα στη ζώνη
αυτή είναι παρόμοιο
με εκείνο το
παραλιακό Μεσογειακό
αλλά με χαμηλότερες
χειμερινές θερμοκρασίες
και πιο μακροχρόνιες
ξηρασίες την
καλοκαιρινή
περίοδο.
Όπως
αναμένεται σε έναν μεσογειακό τύπο κλίματος, οι βροχοπτώσεις είναι
περιορισμένες κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου του αμπελιού,
δημιουργώντας έτσι σοβαρά προβλήματα έλλειψης νερού. Το ύψος των
βροχοπτώσεων στις ζώνες με αμπέλια κυμαίνεται από 780 έως 1.280
χιλ. ετησίως στη δυτική Ελλάδα, ενώ αυτό το ύψος μειώνεται περίπου
στο μισό στην ανατολική Ελλάδα και κυμαίνεται από 380 έως 640 χιλ.
ετησίως. Όσον αφορά τη θερμοκρασία, οι αμπελώνες
αναπτύσσονται μεταξύ των ισόθερμων 14.5°C και 19.5°C.
Κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου μπορεί
να εμφανιστούν
θερμοκρασίες μεγαλύτερες από 40°C
στα πεδινά της ελληνικής ηπειρωτικής χώρας, ενώ
αντίθετα στα νησιά και στις παράκτιες περιοχές
θερμοκρασίες κοντά στους 40°C
σπανίως εμφανίζονται λόγω
των ανέμων. Όσον αφορά την διάρκεια ηλιοφάνειας,
η δυτική ακτή της Πελοποννήσου μαζί με τις ακτές του Ιονίου
και τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους έχουν περισσότερες από 3.000 ώρες
ηλιοφάνειας ετησίως. Το υπόλοιπο της χώρας όπου καλλιεργείται η
άμπελος έχει διάρκεια ηλιοφάνειας περίπου 2.300-2.500 ώρες.
Τα αμπέλια καλλιεργούνται σε
διάφορες φυσιογραφικές συνθήκες. Η πλειοψηφία των αμπελώνων βρίσκεται
σε πεδινές περιοχές ή με ήπιες κλίσεις
(2-6%), σε μέτριες κλίσεις (6-12%) και σε περιοχές με έντονες κλίσεις
(12-18%). Αμπελώνες βρίσκονται σπάνια σε κλίσεις μεγαλύτερες από
18% επειδή η χρήση καλλιεργητικών μηχανημάτων δεν είναι
δυνατή. Το αμπέλι καλλιεργείται και σε περιοχές
με αναβαθμούς που δημιουργήθηκαν κυρίως σε προηγούμενες δεκαετίες.
Σε μερικές περιπτώσεις τέτοιοι αμπελώνες έχουν εγκαταλειφθεί, με
επακόλουθο την κατάρρευση των ξηρολιθιών και
την ταχεία διάβρωση του εδάφους.
Τα
αμπέλια στην Ελλάδα καλλιεργούνται σε μία ποικιλία εδαφών. Τα εδάφη
στις πεδινές περιοχές είναι πολύ βαθιά
(βάθος >150 εκ.), καλώς αποστραγγιζόμενα, μέσης έως λεπτόκοκκης
κοκκομετρικής σύστασης, ελεύθερα έως
πλούσια σε ανθρακικά άλατα, με μικρή περιεκτικότητα σε οργανική
ύλη (συνήθως μικρότερη από 2.8% στον
επιφανειακό ορίζοντα), που σχηματίζονται
κυρίως πάνω σε αλουβιακές αποθέσεις και ταξινομούνται ως Fluvisols,
Cambisols και Luvisols. Τα εδάφη στις κεκλιμένες περιοχές είναι
συνήθως μέτρια βαθιά έως βαθιά (βάθος 80-120 cm),
καλώς αποστραγγιζόμενα, μέσης έως λεπτόκοκκης κοκκομετρικής σύστασης,
χαμηλής περιεκτικότητας έως πλούσια σε ανθρακικά άλατα (εξαρτάται
από το μητρικό υλικό), με χαμηλή περιεκτικότητα σε οργανική ύλη
(μικρότερη από 1.8%), και σχηματίζονται
κυρίως σε μάργες, σχιστόλιθους, κροκαλοπαγή,
ασβεστόλιθους, φλύσχης, και ταξινομούνται
ως Cambisols, Regosols, Luvisols, και Mollisols.
Σε αμπελώνες που βρίσκονται σε λοφώδεις περιοχές, τα εδάφη
συνήθως είναι μέτρια έως ισχυρά διαβρωμένα
λόγω της εντατικής καλλιέργειας
που εφαρμόζεται.
|
Τυπικά συστήματα διαχείρισης:
| Ελλάδα |
Οι αμπελώνες στην Ελλάδα
είναι συνήθως εντατικά καλλιεργούμενοι.
Τα εδάφη συνήθως οργώνονται δύο φορές στα μέσα της άνοιξης και σε
μερικές περιπτώσεις πραγματοποιούνται μία ή δύο
επεμβάσεις ζιζανιοκτονίας το χρόνο. Λίπανση εφαρμόζεται μία ή δύο φορές τον χρόνο,
κατά την διάρκεια του χειμώνα ή νωρίς την άνοιξη. Εάν
υπάρχει διαθέσιμο νερό για άρδευση, τα αμπέλια ποτίζονται 3 έως 5 φορές κατά την
διάρκεια της ξηρής περιόδου, συνήθως με στάγδην άρδευση. Η
συνεχής καλλιέργεια των εδαφών, συνδεόμενη ταυτόχρονα με άλλες
καλλιεργητικές φροντίδες, οδηγούν στην μείωση της οργανικής
ύλης και
στην υποβάθμιση της δομής του εδάφους,
με αποτέλεσμα τον σχηματισμό
εδαφικής κρούστας. Συνήθως τα καλλιεργούμενα εδάφη είναι πολύ
ευαίσθητα στην διασπορά των κολλοειδών. Επίσης
βροχοπτώσεις μεγάλων εντάσεων είναι όχι σπάνιες στην Ελλάδα (για παράδειγμα, το 1994,
έπεσαν 185 χιλ στα Σπάτα της
Αττικής σε διάρκεια μίας ημέρας με μέγιστη ένταση
βροχής 335 χιλ/ώρα). Κάτω από αυτές
τις συνθήκες, εδαφική κρούστα μπορεί να εμφανιστεί πολύ συχνά μετά το
όργωμα, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για επιφανειακή απορροή
και διάβρωση
του εδάφους. Η συμπίεση είναι μια άλλη
διεργασία υποβάθμισης του εδάφους που προκαλείται
από την συνεχή διέλευση των αγροτικών μηχανημάτων στους αμπελώνες. Μετρήσεις
διάβρωσης του εδάφους που πραγματοποιήθηκαν κατά την διάρκεια
εκτέλεσης των Ευρωπαϊκών ερευνητικών προγραμμάτων MEDALUS I και II
έδειξαν ότι, με τις υπάρχουσες συνθήκες διαχείρισης
των αμπελώνων στην Ελλάδα, οι ετήσιες απώλειες
εδάφους
κυμαίνονται από 67 έως
460 τόνους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. |
Αναφορές
- Kosmas, C., Kirkby, M. and Geeson,
N. 1999. Manual on: Key indicators of desertification and mapping environmentally
sensitive areas to desertification. European Commission, Energy, Environment
and Sustainable Development, EUR 18882, 87 p.
- Kosmas, C., Danalatos, N.G, and Gerontidis,
St., 2000. The effect of land parameters on vegetation performance and degree
of erosion under Mediterranean conditions. Catena, 40:3-17.
- Webster, R. 1977. Quantitative and
numerical methods in soil classification and survey. Clarendon Press, Oxford,
p. 255.
5
Αρχή
|